Τεχνητή Νοημοσύνη: Τι κρύβεται πίσω από τον «υπαρξιακό κίνδυνο» – Από τον «Εξολοθρευτή» στα οικονομικά συμφέροντα
Ο πρόσφατος έντονος παγκόσμιος ντόρος για τον υπαρξιακό κίνδυνο της Τεχνητής Νοημοσύνης υποκρύπτει ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών σκοπιμοτήτων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών και επενδυτικών ρίσκων
Ο «φόβος του “Εξολοθρευτή”» στερείται άμεσης επιστημονικής βάσης, καθώς τα σημερινά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) δεν είναι τίποτα περισσότερο από εξελιγμένα συστήματα στατιστικής πρόβλεψης λέξεων. Ομως κίνδυνοι υπάρχουν…
Η ανάλυση της πραγματικής βάσης των κινήτρων της Silicon Valley, του φόβου μιας χρηματιστηριακής φούσκας καθώς και των αντιδράσεων δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ε.Ε., υποδεικνύει ότι η συζήτηση για το μέλλον της Τ.Ν. είναι περισσότερο ζήτημα ισχύος και χρήματος, παρά επιβίωσης του είδους μας
Το «κόστος ευκαιρίας», της διατήρησης ενός παράγοντα που δεν είναι πλέον οικονομικά χρήσιμος, είναι εξαιρετικά υψηλό.
Mια ανεξέλεγκτη Τεχνητή Νοημοσύνη που δεν επιδιώκει συγκεκριμένα τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ευημερίας, θα καταναλώσει πόρους που χρειάζονται οι άνθρωποι, χωρίς να αφήνει αρκετούς για την επιβίωσή μας.
Η ρητορική περί «υπαρξιακού κινδύνου» και επικείμενης καταστροφής της ανθρωπότητας από την Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.) έχει κυριεύσει τον δημόσιο λόγο τις τελευταίες ημέρες. Τη φωτιά άναψε αυτή τη φορά ένας νεαρός άσημος πρώην ερευνητής ασφαλείας της Anthropic, όταν προειδοποίησε ότι οι τεχνολογίες που αναπτύσσουν ο πρώην εργοδότης του και η ανταγωνίστρια εταιρεία OpenAI «θα μπορούσαν να σκοτώσουν όλους τους ανθρώπους μέχρι το τέλος της δεκαετίας». Η προειδοποίησή του –με την οποία συμπαρατάχθηκαν δημοσίως αρκετοί ακόμη συνάδελφοί του– αναπαρήχθη ταχύτατα απ’ όλα τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης της Δύσης, αναζωπυρώνοντας φόβους που εκφράζονται εδώ και χρόνια.
Τη σκυτάλη στη συνέχεια έλαβαν οι επικεφαλής των μεγαλύτερων αμερικανικών εταιρειών του κλάδου, οι οποίοι προειδοποίησαν με δραματικούς τόνους την παγκόσμια κοινότητα ότι τα προϊόντα που αναπτύσσουν θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον του δημιουργού τους. Σε μια σπάνια και ιστορική επίδειξη ενότητας, προσωπικότητες του τομέα όπως ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic, ο Σαμ Αλτμαν της OpenAI, ο Ντέμις Χασάμπις της Google DeepMind και ο Ιλον Μασκ της xAI συνένωσαν τις φωνές τους, ζητώντας την άμεση επιβράδυνση στην ανάπτυξη των συστημάτων αιχμής.
Η κοινή τους παρέμβαση αντικατόπτριζε ώς έναν βαθμό τις ευρύτερες ανησυχίες που εκφράζονται ότι η τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης πλησιάζει με γεωμετρική πρόοδο σε ένα κρίσιμο ορόσημο, πέρα από το οποίο θα αποκτήσει την ικανότητα να βελτιώνεται αυτόνομα, ξεφεύγοντας οριστικά και αμετάκλητα από τον ανθρώπινο έλεγχο.
Επιδιώκοντας τους δικούς της στόχους ή τους στόχους ενός κακόβουλου ατόμου και με ικανότητα συνεχούς «αναδρομικής αυτοβελτίωσης» μια τέτοια υπερευφυής Τ.Ν. θα μπορούσε να μειώσει τις πιθανότητες της ανθρωπότητας να την περιορίσει ή να την παρακολουθήσει και να στραφεί τελικά εναντίον της. Αυτή η συσπείρωση επιστημόνων, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις από τον ΟΗΕ που ζητά επειγόντως διεθνείς κανόνες εποπτείας, μετέτρεψε τις θεωρίες επιστημονικής φαντασίας σε μια επίσημη και επείγουσα πολιτική και κοινωνική συζήτηση.
Πίσω από αυτό το τρομακτικό μήνυμα τεχνοφοβίας, που παραπέμπει σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, κρύβεται ωστόσο ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών σκοπιμοτήτων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών και επενδυτικών ρίσκων. Η ανάλυση της πραγματικής βάσης των κινήτρων της Silicon Valley, του φόβου μιας χρηματιστηριακής φούσκας καθώς και των αντιδράσεων δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ε.Ε., υποδεικνύει ότι η συζήτηση για το μέλλον της Τ.Ν. είναι περισσότερο ζήτημα ισχύος και χρήματος, παρά επιβίωσης του είδους μας.
Η ιδέα ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αποκτήσει συνείδηση, θα αναπτύξει δική της βούληση και θα αφανίσει την ανθρωπότητα ανήκει, σύμφωνα με την πλειονότητα κορυφαίων επιστημόνων, στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Σε αντίθεση με όσα αναφέρονται τον τελευταίο καιρό στη δημόσια σφαίρα, διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί και πρωτοπόροι της Πληροφορικής, όπως ο βραβευμένος με βραβείο Turing Yann LeCun (επικεφαλής επιστήμονας AI της Meta) και η καθηγήτρια Γλωσσολογίας Emily M. Bender επισημαίνουν ότι τα σημερινά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) δεν είναι τίποτα περισσότερο από εξελιγμένα συστήματα στατιστικής πρόβλεψης λέξεων. Δεν διαθέτουν κατανόηση, συναίσθηση ή αυτόνομη φυσική υπόσταση. Εξαρτώνται απόλυτα από ανθρώπινες υποδομές, τεράστια δίκτυα διακομιστών και ηλεκτρική ενέργεια. Επομένως, ο «φόβος του “Εξολοθρευτή”» στερείται άμεσης επιστημονικής βάσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τ.Ν. είναι ακίνδυνη. Μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση της ανθρωπότητας, αλλά αυτό, αν συμβεί, θα πάρει πιθανότατα πολύ καιρό. Οι πραγματικοί κίνδυνοι της Τ.Ν. είναι άμεσοι, χειροπιαστοί και πολύ λιγότερο «κινηματογραφικοί». Πρόκειται για τη μαζική παραγωγή ψηφιακής παραπληροφόρησης (deepfakes), την αυτοματοποίηση κυβερνοεπιθέσεων, την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και τη δομική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας που απειλεί εκατοντάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Καλλιεργώντας την τεχνοφοβία για ένα υποθετικό μέλλον, οι εταιρείες Big Tech καταφέρνουν να υποβαθμίσουν τη συζήτηση για τις τρέχουσες, αρνητικές συνέπειες των προϊόντων τους στο σήμερα.
Χορός τρισεκατομμυρίων
Τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται είναι πρωτοφανή στην ιστορία της τεχνολογίας. Οι μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας (Big Tech) έχουν πραγματοποιήσει ένα κολοσσιαίο κεφαλαιουχικό άνοιγμα, δαπανώντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά εξειδικευμένων μικροτσίπ και την κατασκευή ενεργοβόρων data centers. Η αγορά, ωστόσο, εκδηλώνει πλέον έντονα σημάδια κόπωσης και σκεπτικισμού. Οι μέτοχοι ανησυχούν, καθώς οι ρυθμοί κερδοφορίας δεν έχουν ακόμη δικαιολογήσει τις αστρονομικές επενδύσεις. Η «βασίλισσα» του τομέα, OpenAI, παρά την εντυπωσιακή αύξηση των ετήσιων εσόδων της πέρυσι στα 13,07 δισ. δολάρια, είχε για παράδειγμα λειτουργικές ζημίες-μαμούθ ύψους 20,92 δισ. δολαρίων, ενώ η Anthropic κέρδισε αντίστοιχα 4,5 δισ. δολάρια έναντι καθαρών ζημιών 42 δισ. δολαρίων. Οι εταιρείες Τ.Ν. έχουν αιμορραγία δισεκατομμυρίων σε μια απέλπιδα προσπάθεια να παραμείνουν βιώσιμες. Απέναντι σε αυτήν τη βαθιά ανησυχητική οικονομική πραγματικότητα, η ρητορική του «υπαρξιακού κινδύνου» λειτουργεί επί της ουσίας ως προπέτασμα καπνού.
Η οικονομική αιμορραγία έχει θέσει εν τω μεταξύ σε ύψιστο συναγερμό τις κεντρικές τράπεζες και τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), γνωστή ως η «κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», εξέδωσε επίσημες προειδοποιήσεις ότι οι κολοσσιαίες επενδύσεις στην Τ.Ν. –που για τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια– συσσωρεύουν επικίνδυνες οικονομικές ευπάθειες. Μια απότομη κατάρρευση αυτής της επενδυτικής φούσκας κινδυνεύει σύμφωνα με την BIS να παρασύρει μαζί της την παγκόσμια οικονομία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) υποστηρίζουν ότι οι υπερβολικά διογκωμένες χρηματιστηριακές αποτιμήσεις είναι έτοιμες για μια βίαιη διόρθωση, ενώ τον κώδωνα του κινδύνου έχει κρούσει και ο επικεφαλής της Bank of England, Αντριου Μπέιλι, προειδοποιώντας ότι η υπερβολική μόχλευση στις αγορές υψηλής τεχνολογίας και οι αδιαφανείς πρακτικές των εταιρειών Τ.Ν. απειλούν άμεσα τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η κινεζική απειλή
Η μεγαλύτερη απειλή για το αμερικανικό οικοσύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης έρχεται όμως μέχρις στιγμής από την Κίνα. Η κυκλοφορία των μοντέλων της κινεζικής DeepSeek (όπως το V3, το R1 και η πρόσφατη σειρά V4) προκάλεσε πραγματικό σεισμό στις παγκόσμιες αγορές, καταρρίπτοντας το δόγμα της Silicon Valley ότι «το μεγαλύτερο είναι πάντα καλύτερο».
Η DeepSeek απέδειξε ότι μπορεί να αναπτύξει μοντέλα που ανταγωνίζονται στα ίσα τα κορυφαία αμερικανικά συστήματα, αλλά με ένα μικρό κλάσμα του κόστους εκπαίδευσης και λειτουργίας (έως και 96% φθηνότερα από το OpenAI o1). Αυτή η ακραία βελτιστοποίηση πέτυχε αποτελέσματα χρησιμοποιώντας πολύ λιγότερη επεξεργαστική ισχύ και λιγότερη μνήμη.
Η αγορά συνειδητοποίησε αμέσως ότι αν τα μοντέλα γίνουν τόσο αποδοτικά, η ανάγκη για αγορά αστρονομικού αριθμού microchips και η κατασκευή γιγαντιαίων data centers μειώνεται κατακόρυφα. Αυτό προκάλεσε νωρίτερα φέτος βίαιες διορθώσεις και sell-off σε μετοχές κατασκευαστών ημιαγωγών και παρόχων ενέργειας παγκοσμίως, από τις ΗΠΑ μέχρι τη Νότια Κορέα. Καθώς διανύουμε το 2026, η DeepSeek συνεχίζει να πιέζει τους ανταγωνιστές της, λανσάροντας υπερ-οικονομικά μοντέλα όπως το V4-Flash, αναγκάζοντας τα αμερικανικά εργαστήρια σε έναν εξοντωτικό πόλεμο τιμών τη στιγμή που οι ίδιες οι αμερικανικές startups έχουν ήδη τεράστιες ζημίες.
Γεωπολιτική
Η άμεση και έντονη αντίδραση της Κίνας αλλά και της Γαλλίας (που εκπροσωπεί την ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική) στα πρόσφατα μηνύματα των επικεφαλής των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών αναδεικνύει, τέλος, και τη γεωπολιτική διάσταση του ζητήματος. Τόσο το Πεκίνο όσο και το Παρίσι αντιλήφθηκαν αμέσως ότι η αμερικανική κινδυνολογία αποτελεί ένα εργαλείο επιβολής ισχύος. Αν οι παγκόσμιοι κανόνες για την Τ.Ν. γραφτούν με βάση τις υποδείξεις των αμερικανικών εταιρειών, τότε ολόκληρος ο πλανήτης θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει τα δικά τους πρότυπα, αποκλείοντας τους ξένους ανταγωνιστές.
Η Κίνα, έχοντας πλέον το πάνω χέρι στην οικονομική αποδοτικότητα των μοντέλων, προωθεί ένα δικό της οικοσύστημα ανοικτού κώδικα, απορρίπτοντας τα δυτικά αφηγήματα περί «εξέγερσης των μηχανών». Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία και η Ευρωπαϊκή Ενωση εστιάζουν στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και στην τεχνολογική τους κυριαρχία μέσω της Στρατηγικής Ανοικτού Κώδικα της Ε.Ε. Κατηγορώντας τα αφεντικά των αμερικανικών εταιρειών για υποκρισία, το Παρίσι και το Πεκίνο ξεκαθάρισαν ότι δεν θα επιτρέψουν στη Silicon Valley να χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του «υπαρξιακού κινδύνου» για να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια ψηφιακή αυτοκρατορία, διασφαλίζοντας παράλληλα τη δική τους οικονομική και εθνική ασφάλεια.
Η Ρυθμιστική Αλωση απέναντι στα μοντέλα ανοιχτού κώδικα
Μπροστά σε αυτή την απειλή, η απάντηση των αμερικανικών Big Tech κρύβεται πίσω από τη στρατηγική της «Ρυθμιστικής Αλωσης» (Regulatory Capture). Ζητώντας από τις κυβερνήσεις να θεσπίσουν αυστηρούς, δρακόντειους κανόνες ασφαλείας υπό το πρόσχημα του «υπαρξιακού κινδύνου», οι κυρίαρχοι παίκτες επιχειρούν επί της ουσίας να υψώσουν ανυπέρβλητα εμπόδια για τους ανταγωνιστές τους και κυρίως στο κίνημα του ανοιχτού κώδικα (Open-Source).
Τα μοντέλα ανοιχτού κώδικα (όπως το Llama της Meta ή τα μοντέλα της DeepSeek) έχουν κλείσει οριστικά την ψαλίδα της απόδοσης. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν μια ιστορική ανατροπή στην κατανάλωση ψηφιακών δεδομένων (tokens): το 2026, τα κινεζικά μοντέλα (κυρίως ανοιχτού κώδικα) κατέλαβαν πάνω από το 60% της παγκόσμιας κατανάλωσης, εκτοπίζοντας τα αμερικανικά μοντέλα κάτω από το 40%. Μάλιστα, εκτιμάται ότι περίπου το 80% των αμερικανικών startups που βασίζονται σε open-source τεχνολογία τρέχουν πλέον σε κινεζικά μοντέλα (όπως το Qwen της Alibaba) λόγω του τεράστιου οικονομικού οφέλους. Αυτή η «δημοκρατικοποίηση» της Τ.Ν. απειλεί να εκμηδενίσει τα έσοδα των OpenAI και Anthropic.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ρητορική του «υπαρξιακού κινδύνου» αποτελεί το τέλειο πρόσχημα: αν oι Big Tech πείσουν τις κυβερνήσεις ότι η ελεύθερη διανομή κώδικα Τ.Ν. είναι «επικίνδυνη», θα καταφέρουν να περιορίσουν νομικά τον ανοιχτό κώδικα, διασφαλίζοντας το δικό τους κλειστό μονοπώλιο. Παράλληλα, αν πείσουν το κοινό ότι καθυστερούν την κυκλοφορία νέων προϊόντων «για λόγους ασφαλείας», δικαιολογούν περίτεχνα στους επενδυτές τους την έλλειψη άμεσης τεχνολογικής προόδου.

Πώς την πάτησαν τα άλογα
Η ιστορία της ανόδου και της πτώσης του πληθυσμού των αλόγων παρέχει ένα πλαίσιο για την κατανόηση του πώς οι άνθρωποι θα μπορούσαν αρχικά να επωφεληθούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.) για να καταστούν στη συνέχεια περιττοί. Πρόσφατη εργασία (Matthew Lowenstein, «Η απαξίωση του αλόγου: Προβλέποντας το μέλλον της ανθρωπότητας σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη») εξέτασε τη σχέση ανθρώπων και αλόγων στον χρόνο αναζητώντας τη φύση της υπαρξιακής απειλής από την επέλαση της τεχνολογίας.
Η σχέση ανθρώπων – αλόγων –ξεκινώντας από την εξημέρωση των δεύτερων– διαρκεί σχεδόν έξι χιλιετίες. Ξεκινά τουλάχιστον από το 3500 π.Χ., ενδεχομένως και ακόμη νωρίτερα. Από τότε και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, τα άλογα αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ανθρώπινης οικονομικής ζωής. Στις πρώτες τρεις ή τέσσερις χιλιετίες, ήταν απαραίτητα κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς και, σε μικρότερο βαθμό, για τις μετακινήσεις. Είχαν και ορισμένες άλλες χρήσεις στη γεωργία, αλλά τα βόδια ήταν τα κύρια υποζύγια για τις αγροτικές εργασίες.
Η σχέση αυτή άλλαξε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα: από το 1000 μ.Χ. έως λίγο πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, τα άλογα έγιναν τα βασικά ζώα έλξης για τους αγρότες. Η αλλαγή αυτή οφειλόταν κυρίως σε τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και σε κοινωνικές μεταβολές και την οικονομική ανάπτυξη, παράγοντες που καθιστούσαν πιο συμφέρουσα τη χρήση αλόγων – καθώς είναι πιο ισχυρά και ενεργειακά αποδοτικά για τη μεταφορά φορτίων. Η κατάσταση άλλαξε ξανά κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, όταν τα άλογα άρχισαν να χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία. Το ενδιαφέρον στοιχείο της Βιομηχανικής Επανάστασης είναι ότι πολλές από τις εφαρμογές της βιομηχανικής τεχνολογίας λειτουργούσαν ως υποκατάστατα του αλόγου. Παρ’ όλα αυτά, ο σιδηρόδρομος, η χρήση του ατμού και τα άλλα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής αυτής δεν στέρησαν από τα άλογα πολλές… θέσεις εργασίας. Συνέβη το αντίθετο. Ο συνολικός όγκος των μετακινήσεων αυξήθηκε τόσο πολύ, ώστε η αυξημένη ζήτηση για άλογα σε μικρές αποστάσεις υπερκάλυψε κατά πολύ τη μειωμένη ζήτηση για άλογα στις μεγάλες αποστάσεις.
Συνολικά η πρώιμη Βιομηχανική Επανάσταση ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή για τα άλογα. Οι «προφήτες της καταστροφής», που έβλεπαν άμεση αντικατάσταση των αλόγων από τα ποδήλατα, τους σιδηροδρόμους και τα κανάλια, διαψεύστηκαν στο πόσο εύκολο θα ήταν αυτό. Δεν προέβλεψαν ότι, ακόμα και αν αντικαθιστούσες το άλογο σε ορισμένες χρήσεις, η ανάπτυξη της οικονομίας θα αύξαινε τη ζήτηση για άλογα σε άλλες χρήσεις. Οι σιδηροδρομικές εταιρείες για παράδειγμα χρειάζονταν άλογα απλώς και μόνο για τη μετακίνηση των βαγονιών σε σημεία όπου δεν υπήρχαν σιδηροδρομικές γραμμές. Ετσι, η ζήτηση για άλογα συνέχισε να αυξάνεται, μέχρι το σημείο καμπής κάπου μέσα στον 20ό αιώνα, λίγο πριν από το 1920. Σε εκείνο το σημείο –και ενώ ο Χένρι Φορντ παρουσιάζει τη γραμμή παραγωγής στο Μίτσιγκαν– η ανθρώπινη τεχνολογία μπορεί πλέον να κάνει σχεδόν τα πάντα και μάλιστα καλύτερα από ό,τι ένα άλογο. Οσο κι αν αναπτύσσεται η οικονομία, αυτό δεν μεταφράζεται πλέον σε αυξημένη ζήτηση για άλογα.
Αλλά ακόμα και αυτό χρειάστηκε λίγο χρόνο για να αναπτυχθεί, καθώς χρειάστηκαν υποδομές οδικού δικτύου που να φτάνουν στις φάρμες, ώστε να μπορούν να μεταφέρονται τα προϊόντα στην αγορά χωρίς τη χρήση αλόγων. Και αυτό δεν συνέβη ουσιαστικά παρά μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η χρήση μηχανών στη γεωργία και τις μεταφορές κυριάρχησε οριστικά οδηγώντας σε δραματική κατάρρευση τους πληθυσμού τους. Στις ΗΠΑ από 25 εκατομμύρια το 1929 ο πληθυσμός των αλόγων, των πόνι και των γαϊδουριών μειώθηκε το 1970 σε μόλις ένα εκατομμύριο.
Η ιστορία της απαξίωσης των αλόγων εκλαμβάνεται από τον Lowenstein ως αναλογία για τους ανθρώπους στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτό που θέλει να δείξει η αναλογία αυτή είναι ότι το κόστος ευκαιρίας της διατήρησης ενός παράγοντα που δεν είναι πλέον οικονομικά χρήσιμος είναι εξαιρετικά υψηλό. Επομένως, αν υπάρχει μια Τεχνητή Νοημοσύνη που δεν επιδιώκει συγκεκριμένα τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ευημερίας, αλλά έχει κάποιο άλλο σύνολο στόχων, θα ωθηθεί να καταναλώσει πόρους που χρειάζονται οι άνθρωποι, χωρίς να αφήνει αρκετούς για την επιβίωσή μας. Η υπαρξιακή απειλή είναι κυρίως ζήτημα οικονομικής φύσης Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του αλόγου.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι άνθρωποι εκτιμούν τα άλογα ακόμα και σήμερα. Διατηρούν ακόμη αρκετά άλογα, επειδή τους αρέσει να τα έχουν ως κατοικίδια, αλλά δεν τους δίνουν αρκετή αξία. Δεν τα εκτίμησαν αρκετά ώστε να διαθέσουν μόνιμα τεράστιες εκτάσεις γης για την καλλιέργεια τροφής για αυτά. Υπήρξαν εξαιρετικά ισχυρά οικονομικά κίνητρα που οδήγησαν στη μείωση του πληθυσμού των αλόγων και αντίστοιχα κίνητρα θα υπάρξουν και για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Επομένως, τονίζει ο Lowenstein, ακόμα και αν δεν τρέφουν κάποια ιδιαίτερη εχθρότητα προς τους ανθρώπους, τα συστήματα Τ.Ν. –εφόσον διαθέτουν δικούς τους στόχους– θα αντιμετωπίσουν ισχυρά οικονομικά κίνητρα ώστε να μη μας αφήσουν επαρκείς πόρους.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire