Yποθεσεις
Tου Παντελη Μπουκαλα
Για το αίμα και την αδιάσπαστη συνέχειά του ορκίζονται μονάχα όσοι παραβλέπουν τις ροές της ιστορίας και τις βίαιες επιρροές των κατά καιρούς κατακτητών, που ούτε λίγοι υπήρξαν ούτε η δεσποτεία τους ήταν χρονικά ασήμαντη· πάνω–κάτω οι αιματολόγοι είναι οι ίδιοι με όσους ανεβάζουν την ιστορία των Ελλήνων στα (μόλις) σαράντα χιλιάδες χρόνια και επιπλέον αναγνωρίζουν δίχως δεύτερη σκέψη, ούτε καν πρώτη, ίχνη της ελληνικής παρουσίας σε κάθε χώρα του κόσμου, αλλά πλέον και στον Αρη, όπου οι αρχαιοελληνικές αποικίες οργανώνουν τη θριαμβευτική επάνοδό τους. Οσο για το αρχαίο πνεύμα, μπορεί να μην το βλέπουμε καθόλου στο χώρο του εξαθλιωμένου αθλητισμού μας, παρά την αθανασία που με ποιητική γενναιοδωρία τού αποδόθηκε, στοιχεία του πάντως αναγνωρίζονται σε ποικίλες στάσεις και συμπεριφορές μας, οι οποίες μάλλον αυθόρμητες πρέπει να θεωρηθούν παρά κληρονομημένες· για να εκδηλωθούν δηλαδή και να υπάρξουν, δεν προϋποθέτουν γονιδιακή μεταβίβαση ή γνώση της αρχαιότητας, της γραμματείας της λ. χ., της πολιτικής της ιστορίας ή της μυθολογίας της.
Δεν είναι ανάγκη, θέλω να πω, να γνωρίζει ο δημοτικός ποιητής τις αντιλήψεις των αρχαίων για το θάνατο και τον Κάτω Κόσμο ώστε να καταλήξει σε ανάλογη στάση, η οποία, ανεπηρέαστη από τους αιώνες του χριστιανισμού και των εσχατολογικών επαγγελιών του, αδιαφορεί για την ανάσταση. Δεν είναι ανάγκη να έχουμε πληροφορηθεί από τον Πλούταρχο πως οι τοτινοί Ελληνες πίστευαν ότι το να γευματίζει κανείς μονάχος του, δίχως καλή παρέα, είναι σαν να γεμίζει απλώς το στομάχι του όπως τα ζώα· κι εμείς, δίχως τη συντροφιά μας, που πολλές φορές τη βρίσκει το ξημέρωμα να λύνει τα προβλήματα του κόσμου όλου, άνοστο το μετράμε το φαγητό.
Το «τις αγορεύειν βούλεται;» και η ισηγορία
Για το αίμα και την αδιάσπαστη συνέχειά του ορκίζονται μονάχα όσοι παραβλέπουν τις ροές της ιστορίας και τις βίαιες επιρροές των κατά καιρούς κατακτητών, που ούτε λίγοι υπήρξαν ούτε η δεσποτεία τους ήταν χρονικά ασήμαντη· πάνω–κάτω οι αιματολόγοι είναι οι ίδιοι με όσους ανεβάζουν την ιστορία των Ελλήνων στα (μόλις) σαράντα χιλιάδες χρόνια και επιπλέον αναγνωρίζουν δίχως δεύτερη σκέψη, ούτε καν πρώτη, ίχνη της ελληνικής παρουσίας σε κάθε χώρα του κόσμου, αλλά πλέον και στον Αρη, όπου οι αρχαιοελληνικές αποικίες οργανώνουν τη θριαμβευτική επάνοδό τους. Οσο για το αρχαίο πνεύμα, μπορεί να μην το βλέπουμε καθόλου στο χώρο του εξαθλιωμένου αθλητισμού μας, παρά την αθανασία που με ποιητική γενναιοδωρία τού αποδόθηκε, στοιχεία του πάντως αναγνωρίζονται σε ποικίλες στάσεις και συμπεριφορές μας, οι οποίες μάλλον αυθόρμητες πρέπει να θεωρηθούν παρά κληρονομημένες· για να εκδηλωθούν δηλαδή και να υπάρξουν, δεν προϋποθέτουν γονιδιακή μεταβίβαση ή γνώση της αρχαιότητας, της γραμματείας της λ. χ., της πολιτικής της ιστορίας ή της μυθολογίας της.
Δεν είναι ανάγκη, θέλω να πω, να γνωρίζει ο δημοτικός ποιητής τις αντιλήψεις των αρχαίων για το θάνατο και τον Κάτω Κόσμο ώστε να καταλήξει σε ανάλογη στάση, η οποία, ανεπηρέαστη από τους αιώνες του χριστιανισμού και των εσχατολογικών επαγγελιών του, αδιαφορεί για την ανάσταση. Δεν είναι ανάγκη να έχουμε πληροφορηθεί από τον Πλούταρχο πως οι τοτινοί Ελληνες πίστευαν ότι το να γευματίζει κανείς μονάχος του, δίχως καλή παρέα, είναι σαν να γεμίζει απλώς το στομάχι του όπως τα ζώα· κι εμείς, δίχως τη συντροφιά μας, που πολλές φορές τη βρίσκει το ξημέρωμα να λύνει τα προβλήματα του κόσμου όλου, άνοστο το μετράμε το φαγητό.