Ο Μανώλης Γλέζος, τα σύμβολα και τα αγάλματα
Παρών μέχρι τέλους ο Απεραθίτης Μανώλης
Γλέζος, πολέμησε και πολεμήθηκε επί δεκαετίες, μετά τις 31.5.1941,
όταν, μαζί με τον Λάκη Σάντα, κατέβασαν τη ναζιστική σημαία που λέρωνε
την Ακρόπολη της δημοκρατίας κι έστησαν σιωπηρό χορό πάνω στον βράχο.
Πολιτικός, συγγραφέας και δημοσιογράφος, πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής το
1951, με την ΕΔΑ, ενώ ήταν θανατοποινίτης, ακόμη μια φορά. Η ζωή του
στάθηκε μια αλληλουχία φυλακίσεων, βασανιστηρίων, εκτοπίσεων (από τους
Γερμανούς, τους Ιταλούς, το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος και τη χούντα)
και δικαστικών περιπετειών: καταδικάστηκε σε θάνατο το 1948, για
«αδικήματα Τύπου», και το 1949 για παράβαση του Γ΄ Ψηφίσματος, και σε
πενταετή φυλάκιση το 1958, για «κατασκοπεία».
Στο βιογραφικό του συνοψίζεται η ζωή του τόπου ανάμεσα στην Κατοχή και στη δικτατορία. Δεκάδες οι καταδίκες του για την αντιστασιακή και πολιτική του δράση. Εντεκάμισι χρόνια στις φυλακές και τεσσεράμισι στην εξορία. «Ο βίος μου όλος», έλεγε απολογούμενος στις 16.7.1959, με τον Αντώνη Καρκαγιάννη τότε έναν από τους συγκατηγορούμενούς του, «αναλώνεται για την πατρίδα. Ο κόσμος το ξέρει. Ξέρει ότι σκύβω μπροστά στον πόνο, σκύβω για ν’ ακούσω την καρδιά του λαού και ξέρει ότι είμαι αλύγιστος όταν πρόκειται να υπερασπιστώ αυτόν τον λαό».
Στο βιογραφικό του συνοψίζεται η ζωή του τόπου ανάμεσα στην Κατοχή και στη δικτατορία. Δεκάδες οι καταδίκες του για την αντιστασιακή και πολιτική του δράση. Εντεκάμισι χρόνια στις φυλακές και τεσσεράμισι στην εξορία. «Ο βίος μου όλος», έλεγε απολογούμενος στις 16.7.1959, με τον Αντώνη Καρκαγιάννη τότε έναν από τους συγκατηγορούμενούς του, «αναλώνεται για την πατρίδα. Ο κόσμος το ξέρει. Ξέρει ότι σκύβω μπροστά στον πόνο, σκύβω για ν’ ακούσω την καρδιά του λαού και ξέρει ότι είμαι αλύγιστος όταν πρόκειται να υπερασπιστώ αυτόν τον λαό».