Την 1η Απριλίου του 1902 γεννιέται στην Καλαμάτα μια από τις πιο σπάνιες μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας, η ποιήτρια Μαρία ΠολυδούρηΌπως αναφέρεται στην έκδοση «Μαρία Πολυδούρη, “Tα Ποιήματα”» σε φιλολογική επιμέλεια της Χριστίνας Ντουνιά: «Όπως ο Καρυωτάκης, έτσι και η Πολυδούρη διαθέτει ένα αναμφισβήτητα προσωπικό ύφος, μια εξεγερμένη συνείδηση, το ποιητικό χάρισμα της εξομολόγησης, μια ισχυρή αυτοσυνειδησία και μια αυθεντική θέαση του κόσμου» έτσι ώστε να αποτελεί «την πιο συναρπαστική ποιήτρια του Μεσοπολέμου και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα».

Απώλειες

Στην ηλικία περίπου των 18 ετών, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χάνει τους γονείς της και τον αδελφό της. Στα 22 της, το 1924, γνωρίζει τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, με τον οποίο θα ζήσει έναν θυελλώδη, αλλά και εν τέλει ανεκπλήρωτο, έρωτα.

Ο Καρωτάκης αυτοκτονεί το 1928. Το ίδιο έτος εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή της Πολυδούρη, με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 η δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος».

Η Μαρία Πολυδούρη αφήνει την Αθήνα για το Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 1926, ώσπου προσβεβλημένη από φυματίωση, επιστρέφει την άνοιξη του 1928, και νοσηλεύεται επί μακρόν στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου και αφήνει την τελευταία της πνοή στις 29 Απριλίου 1930, σε ηλικία μόλις 28 ετών.

Λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατό της, Ιανουάριο του 1930, ο Κώστας Ουράνης λογοτέχνης, κριτικός, δημοσιογράφος και σημαντικό στέλεχος του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ» γράφει για τη Μαρία Πολυδούρη:

«“Tίποτε εδώ δε με πλανεύει.
Τίποτε εκεί δε μ’ οδηγάει.
Η σκέψι μου όλο και στενεύει,
Ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει.

Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
Κάποια παληά συνήθεια θάναι.
Τα μυστικά μου όλα σας λέω,
Τώρα που πια δε με μεθάνε…

Mήνυμα

»Το “μήνυμα” της Μαρίας Πολυδούρη πρόφτασε ν’ αγγίξη εγκαίρως τ’ ακρογιάλια των ανθρώπων. Εγκαίρως – για να μάθουμε ότι στο κτηνώδες μεταπολεμικό σήμερα των υλικών φροντίδων και αγώνων αγωνιά, κάπου μακρυά από μας, η ψυχή της αιώνιας Ποιήσεως, χτυπημένη βαρειά κι εγκαταλειμμένη.

»Έτσι καθώς μας έρχονται από την ολοκληρωτική της νύχτα, οι στίχοι της έχουν την τραγικότητα και την υποβλητικότητα ενός μεγάλου θρήνου: κάτι σαν το θρήνο που ακούστηκε, προ αιώνων, μέσα στη νύχτα των ελληνικών παραλίων, από τους Σύριους ναυτικούς, για τον θάνατο του μεγάλου Πανός…

(…)

»Το ενδιαφέρον που έχουν (σ.σ. τα ποιήματα της Πολυδούρη) ξεπερνάει κατά πολύ την φιλολογία: δονούνται από ένα ενδιαφέρον βαθύτατα ανθρώπινο.

»Δεν είναι μια ποιήτρια που τραγουδάει. Είναι μια φτωχή ανθρώπινη ψυχή που κραυγάζει προς εμάς από τον βυθό της ανθρώπινης απελπισίας.

»Τα τραγούδια αυτά είνε άλλοτε μυρολόγια, – έτσι αυθόρμητα και ξεσχιστικά,- κι άλλοτε σιγανά, διακεκομμένα αναφυλλητά, σπαρακτικώτερα ακόμα κι’ από κραυγές πόνου, γιατί δείχνουν την ανθρώπινη ψυχή φθασμένη πια στα έσχατα όρια της αντοχής και εγκαταλειπομένη, παθητικά και κουρασμένα στο μοιραίο της».

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 26.1.1930, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Κώστας Ουράνης, ποιητής και ο ίδιος, περιγράφει τη σπάνια και πολύτιμη γραφή της Πολυδούρη:

Σπαραγμός

»Η νέα αυτή, καρφωμένη σ’ ένα κρεββάτι αρρώστειας και πόνου, κλαίει μιαν αγάπη που έχασε, κλαίει τη νεότητα και την ωμορφιά της που μαράθηκαν, αλλά τα κοινά αυτά τα θέματα, με τον σπαραγμό που εκφράζονται και το βάθος του πόνου που απηχούν, ξεπερνάν την ατομική αυτή περίπτωσι, την ίδιαν αυτήν – και το παράπονό της ανθρωπότητος κάθε φορά που αντικρύζει την παγερή εκμηδένισι του θανάτου.

»Της κραυγές της τής διαπερνάει η ίδια πνοή της τραγωδίας που δονεί το παράπονο της Αντιγόνης σαν αποχαιρετάει τη ζωή και το “θείον φως”. Μου κάνει να σκέπτωμαι της μοιρολογήτρες (…) η οποίες προεκτείνουν τον πόνο τους ίσα με το σύμβολο του οικουμενικού πόνου.

»Για να φτάση σ’ αυτό, εχρειάστηκε στη νέα αυτή κόρη όχι ένα μεγάλο ταλέντο, αλλά μια μεγάλη απλότητα. Έγραψε τα τραγούδια της ακριβώς όπως θα μιλούσε στον νεκρόν αγαπημένο της, σκυμμένη πάνω από το πτώμα του, της στιγμές εκείνες που δεν αναμένει κανείς πια τίποτα, που δεν ξεύρει τίποτα, αλλά που μιλάει, μιλάει, χωρίς ειρμό, χωρίς έννοια κάποτε, σιγανά και μονότονα – για να νανουριστή από την ίδια του τη φωνή και να μη σκέπτεται πιά, να μην πονάη πιά.

»Αυτά που λέει δεν έχουν τίποτα το μοναδικό, ούτε καν το ιδιαίτερο. Είνε θρήνοι κάθε μιας γυναίκας μπροστά σ’ ένα αγαπημένο πτώμα ή για τον ίδιο της τον χαμό

»Κι’ είνε αυτό ακριβώς που κάνει τα ποιήματα αυτά τα χωρίς τέχνη να είνε η ίδια η ποίησις σ’ ό,τι πλατύ, και ανθρώπινο, και αιώνιο.

(…)

Κραυγή καρδιάς

»Και τι άλλο παρά μια κραυγή καρδιάς είνε οι στίχοι αυτοί της Μαρίας Πολυδούρη:

“μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
  Μια νύχτα, και με φίλησες στο στόμα,
  μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία…

“Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
  γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμα μου
  σαν να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα, 
  σαν να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου…
  Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα!”

Πλημμύρισμα

»Στίχοι, οι οποίοι, για τον λόγον αυτόν, είνε ό,τι πιο υπέροχο έχει γραφή για να εκφράση το πλημμύρισμα και την έκστασι του ερωτικού πάθους!

(…)

»Οι στίχοι της δεν είνε, όπως σ’ άλλους, η προέκτασι της ψυχής τους, αλλά το ξεχείλισμά της. Όταν η αρρώστεια την έρριξε στο κρεββάτι του πόνου, η στάσεις της απέναντι της σκέψεως του θανάτου διετήρησαν την ίδια έκφρασι της παραφοράς που έδειξε στη ζωή.

»Η διαμαρτυρία της γι’ αυτόν ή η απαντοχή του, το νοσταλγικό της κλάμα για τα περασμένα ή ο θρήνος της για τον χαμό της, έχουν πάντα τον απότομο και δυνατό κυματισμό του πάθους.

Γλέντι

»Ιδέστε την με τι απότομη χειρονομία πετάει τα σκεπάσματα πάνω από το άρρωστο σώμα της για να πάη σ’ ένα “γλέντι” που την εκάλεσαν οι “σύντροφοι”, -οι σύντροφοι της αρρώστειας της στη “Σωτηρία”, όπου η Μαρία Πολυδούρη περνάει της μέρς και τους μήνες της:

“Σ’ ένα γλέντι με κάλεσαν οι σύντροφοι.
Δεν θ’ αρνηθώ. Θα πάω να λησμονήσω.
Θα φορέσω το κόκκινό μου φόρεμα
Και την ίδια ωμορφιά μου θα φθονήσω.

Τον νεκρό πώχω μέσα μου περήφανα
και στοργικά μαζί μου θα τον πάρω.
Θάμαι σα χαρωπή, σα μυστικοπαθή,
θάμαι μια αποσταλμένη από το Χάρο.

Οι μελλοθάνατοι σύντροφοι στο γλέντι τους
κι αν πίνουνε κρασί δε θα μεθούνε.
Μια κατάρα θα στέκεται στο πλάϊ τους
μα θάμαι ωραία και δε θα υποψιασθούνε.

Έπειτα ένα τραγούδι θα ζητήσουνε
μήπως σε μια χλωμή χαράν ελπίσουν,
μα τόσο αληθινό θαν’ το τραγούδι μου
που σαστισμένοι θα σιωπήσουν…”

Η συνάντηση

Ο Κώστας Ουράνης, μαζί με μια ομάδα επίσης ενδιαφερόμενων για την κατάστασή της, επεχείρησε να συναντήση την Πολυδούρη, στο νοσοκομείο Σωτηρία:

«Καταλήξαμε ύστερα από λίγα λεπτά σ’ ένα περίπτερο τρίτης θέσεως, ένα μικρό δωμάτιο, του οποίου η Μαρία Πολυδούρη μοιράζεται με μίαν άλλην άρρωστη.

»Στη βεράντα του περιπτέρου, ξαπλωμένες ή καθισμένες μερικές νέες με το χαρακτηριστικό της φθίσεως, ρόδισμα στα μάγουλα, μας ατένισαν με έκπληξι.

(…)

»Ένα μικρό φτωχικό δωμάτιο…Ένα κοινότατο μικροσκοπικό τραπέζι και δύο μονά σιδερένια κρεβάτια, στρωμένα με στρατιωτικές κουβέρτες- αυτό ήταν όλο.

(…)

»Και σ’ ένα από τα δύο κρεββάτια, με τους ώμους ανασηκωμένους από ένα πλήθος μικρών μαξιλαριών, συγυρισμένη σαν για μιάν αναμονή, μία νέα κόρη που θα ήταν άλλοτε ένα άνθος ζωής και ωμορφιάς, ακίνητη τώρα σε μια βαθειάν εξάντλησι – μας κύτταζε με δύο μεγάλα μαύρα μάτια, τα οποία, μέσα στην κέρινη χλωμάδα του προσώπου της, έλαμπαν από τον πυρετό σαν δύο κάρβουνα.

(…)

»Μάτια μιας ψυχής passionnee, περήφανης και απόλυτης σε όλας, τραγικά μάτια μοιρολογήτρας που διαστέλλονται εμπρός στις καταστροφές και δεν κλείνουν φοβισμένα, μάτια μοιραίας Εκάβης, τα μάτια της Μαρίας Πολυδούρη εκραύγαζαν όλα της μαζί τα τραγούδια: και τη διαμαρτυρία τους, και την επανάστασί τους, και τον θρήνο του και τ’ αποσταμένο αναφυλλητό τους…

»Το υπόλοιπο του προσώπου της είχε μια χωλμή ατονία κι ένας πικρός μορφασμός κατοικούσε μόνιμα στης γωνίες των χειλιών της.

(…)

»Όταν την ερώτησα – για να διακόψω τη σιγή που μεταξύ μας γινότανε βαρειά – ποιους ποιητάς προτιμούσε, ανασήκωσε τους ώμους της, αλλά κι ως που να γίνη αυτό είχα καταλάβη μόνος μου πόσο ηλίθια και μάταιη ήταν μια τετοια – και όποια άλλη – ερώτησι σ’ αυτήν που είχε χάση έως κι αυτό ακόμα το ενδιαφέρον της ζωή και μόνο περίμενε τη μοιραία στιγμή του θρήνου που θάτανε:

“σημείο πως αξιώθηκε να μην ακούη πιά…”

Aντίο

»Την αποχαιρετίσαμε – κι έμεινε μόνη με τα λουλούδια που της είχαμε πάη, με τη δερμάτινή της παιδική κούκλα ενός πιθήκου κρεμασμένη σα φόβητρο στον τοίχο, με τη σιωπή της και το βύθισμα των οραμάτων της.

»Μόνη με την γρήγορη σαν λαβωμένου πουλιού αναπνοή της, με τον πυρετό της και την πένθιμη αναμονή της.

»Κι από το ανοιχτό παράθυρο έμπαιναν, μαζί με το χειμωνιάτικο κρύο, και η πρώτες σκιές του δειλινού…

(…)

Πρέπει

»Η Μαρία Πολυδούρη μπορεί να ζήση και πρέπει να ζήση. Οι άνθρωποι του πνεύματος θα έπρεπε να ενδιαφερθούν όλοι γι’ αυτήν και να ζητήσουν και να φροντίσουν την αποστολή της στο φθισιατρείο της Πάρνηθος, σ’ ένα αέρα καθαρώτερο και μια δίαιτα καλλίτερη απ’ ό,τι της προσφέρει η “Σωτηρία”.

(…)

»Η Μαρία Πολυδούρη πρέπει να ζήση. Της το χρωστούμε όλοι όχι για ό,τι μπορεί να μας δώση ακόμα η μούσα της, αλλά για όσα μας έδωσε ήδη: ως μία αμοιβή -κι από ευγνωμοσύνη…».

Η Μαρία Πολυδούρη, όμως, δεν έζησε. Πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα στις 29 Απριλίου 1930.

 

Πηγή: www.tovima.gr

Δημοσιεύτηκε στις 01/04/2025