Σα διακονιάρης στη στράτα
Εκατόν ενενήντα χρόνια από την εθνεγερσία, πού βρίσκεται η Ελλάδα; Μεγάλη και ανεπτυγμένη είναι, τόσο που δεν θα μπορούσαν να τη φανταστούν οι παππούδες μας ή οι πατεράδες μας. Αλλά χρεοκοπημένη, ασπόνδυλη, χωρίς πνοή. Και με Ελληνες αμήχανους, σαστισμένους, διχασμένους, φοβισμένους και εξαγριωμένους μαζί. Σαν να ’χει χαθεί το μακρυγιαννικό «εμείς», το εξόχως πολιτικό και δυναμικό, και να ’χουν απομείνει μύρια «εγώ» τρομαγμένα, μόνα κι αδύναμα. Σαν να ’χει χαθεί οριστικά ο αντάρτης, ο κλέφτης, ο ελεύθερος καρμπονάρος, ο μαχητής της δημοκρατίας, και να ’χει επιπλεύσει μοναχά ο ραγιάς, ο προσκυνημένος, ο συμβιβασμένος και άπληστος, ο πλεονέκτης.
Ωστε αν επιζεί ένα διάζευγμα με νόημα για τους Ελληνες, με όλα τα βάρη του αναχρονισμού, από τον καιρό της Επανάστασης ώς σήμερα, αυτό δεν είναι το «φουστανέλα ή φράκο», αλλά το «αγωνιστής ή ραγιάς». Δεν έχει νόημα ο επιπόλαιος, ανιστόρητος χωρισμός σε δυτικόφρονες και ανατολικόφρονες, διότι είμαστε πολλών φωνών τραγούδια και διαρκώς περισσότερων. Αντιθέτως, στην ιστορική καμπή που βρισκόμαστε επείγει να αναστοχαστούμε τους εαυτούς μας ως μαχητές: Μπορούμε να αγωνιστούμε πάλι για ελευθερία και προκοπή; Η ελευθερία δεν κερδίζεται άπαξ· είναι διαρκώς ζητούμενη και πάντα ακριβή.