Δεν θα ήξερα τι να πρωτοαπομονώσω από τις λέξεις, ή τις εκφράσεις στα κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Τα διαβάζω με θρησκευτική ευλάβεια στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων και μολονότι συχνά διαφωνώ με τις απόψεις του πάντα νιώθω τσιμπήματα ζήλειας για τη γραφή του που νιώθω ότι πάντα θα με υπερβαίνει. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί μια γλαφυρή αλλά όχι φλύαρη και επουδενί εντυπωσιοθηρική γλώσσα, τα στέρεα επιχειρήματα και η ασυνήθιστη ενάργεια της σκέψης του συνθέτουν το σκηνικό για ένα αναζωογονητικό, κάθε φορά, «λουτρό πολιτισμού».
Ωστόσο θα επιλέξω μια φράση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Η νοσταλγία της πραγματικότητας, Δοκίμια και κριτικές 2002-2013» (εκδόσεις Εστία) που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στάθηκε η αφορμή για τη συνάντησή μας. «Από τότε που πλημμυρίσαμε από καλά βιβλία, χάθηκαν τα ξεχωριστά βιβλία..[...]..Τα καλά βιβλία είναι σαν τα καλά παιδιά: φρόνιμα, υπάκουα, επιμελή και, εννοείται, αφόρητα βαρετά». Δεν ξέρω αν το γεγονός ότι οι αναμφίβολα ξεχωριστές λογοτεχνικές κριτικές και τα δοκίμια που συμπεριλήφθησαν στο βιβλίο θα μπορούσαν να υποδηλώσουν εμμέσως ότι ο κ. Κούρτοβικ είναι «κακό παιδί». Εμένα μου φάνηκε συμπαθέστατος.