Του Θανάση Θ. Νιάρχου
Με
έναν φίλο ζωγράφο καθόμαστε στον πεζόδρομο της οδού Μακρυγιάννη, με τα
αναρίθμητα πλέον καφέ, τη θέα του Παρθενώνα και τις φωτισμένες αίθουσες
του Μουσείου της Ακρόπολης. Η βραδιά θα τελείωνε χωρίς ουσιώδη
προβληματισμό αν δεν ξεκόρμιζε από το πλήθος χοροπηδηχτή μια κοινή φίλη
σφιχτοπιασμένη με έναν πολύ νεότερό της αλλοδαπό - από γειτονική χώρα.
Ανώτερη κρατική υπάλληλος, μετατέθηκε τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα
τού σημερινού της συντρόφου, ο οποίος δεν μιλάει γρι ελληνικά αλλά το
μάτι του δείχνει να καταλαβαίνει το νόημα και της πιο ειδικής λέξης.
Δεν πρόλαβε να καθήσει τον κώλο της στην καρέκλα η φίλη και άρχισε
έναν εξάψαλμο για την Ελλάδα και τους Ελληνες, «πόσο μίζεροι και
κακόμοιροι είμαστε», πόσο κείνο, πόσο το άλλο, σε αντίθεση με τους
συμπατριώτες του φίλου της που είναι «γενναιόδωροι, ανοιχτόκαρδοι,
υπέροχοι άνθρωποι όλοι τους» για να καταλήξει πως «στην Ελλάδα πια θα
έρχεται μόνο για διακοπές και πολύ της πέφτει» (της Ελλάδας εννοείται).