Χρυστάλλα
Χατζηδημητρίου
Μια ιστορία
Σήμερα θα σας πω
μια ιστορία. Όταν ήμουν δέκα χρονών βρέθηκα στο δρόμο μαζί με διακόσιες
χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Και για δύο χρόνια έζησα σε ένα αντίσκηνο. Τέσσερα
άτομα σε ένα τσαντήρι 2χ2, με τα κρεβάτια στην άκρη κάτω από το κύρτωμα της
τέντας, να νοιώθεις το πανί πάνω από το πρόσωπο σου, μέσα στο σκοτάδι, να σε
πνίγει σαν μαύρο σύννεφο. Στα 19 μου, πέθανε ο πατέρας μου και βρέθηκα να στέκω
σε μία κινούμενη άμμο. Οι επιλογές ήταν δύο. Ή θα αφηνόμουνα να με ρουφήξει ή
θα προσπαθούσα να πετάξω και να σωθώ. Πέταξα. Άφησα πίσω μου την άμμο,
ταξίδεψα, έζησα, ευτύχησα (στις μέρες μας, διάβασα κάπου, ευτυχία είναι να
μπορείς να πετάς ακόμα και πάνω σε ένα φτερό). Σήμερα, σχεδόν στα πενήντα, το
σκοτάδι ακόμα με πνίγει σαν μαύρο σύννεφο που πέφτει πάνω μου και χρειάζομαι
ένα φως κάπου να αχνοφέγγει. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει τεχνητό φως, προσπαθώ να
εστιάζω κάπου όπου μπορεί να υπάρχει μια αχτίδα. Κι αυτό με βοηθά να κοιμάμαι
ένα ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες, χωρίς βαρίδια.