Κι όλα
αειφόρα. Είναι η λέξη σύνθημα. Ικανή να καθησυχάσει όλες τις
οικολογικές ανησυχίες και να κάμψει όλες τις αναστολές (αν έχουν
απομείνει). Πώς μπορεί όμως να είναι αειφόρα μια τεράστια ανάπτυξη σε
ένα παρθένο φυσικό περιβάλλον; Πώς μπορεί σε ένα χωριό με πολύ λίγες
δεκάδες κατοίκους να συνυπάρξει μια τουριστική πολιτεία χιλιάδων
τετραγωνικών, με χιλιάδες αυτοκίνητα να διακινούνται, χιλιάδες μηχανές
σε λειτουργία να εκπέμπουν ρύπους, με ανθρώπους να ρυπαίνουν;
Κάθε μέρα
εξαγγέλλεται και μία ανάπτυξη. Όλες μεγάλες, όλες τεράστιες.
Περιτυλιγμένες με διάφορα κλισέ, συμπεριλαμβανομένης και της αειφορίας.
«Θα καταπολεμήσουν την αστυφιλία», «θα ενισχύσουν την οικονομία των γύρω
χωριών», «θα αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό των κοινοτήτων»…
Εξαγγέλλεται ένα
έργο όπου θα χυθούν εκατοντάδες τόνοι μπετόν, χιλιάδες τετραγωνικά γης
θα καλυφθούν με διάφορα υλικά και παρουσιάζεται αυτό ως αειφόρα
ανάπτυξη. Ναι μεν αναγνωρίζεται η ύπαρξη σπάνιων και απειλούμενων με
εξαφάνιση ειδών χλωρίδας, αλλά θα μεταφερθούν σε άλλες τοποθεσίες λένε
οι επιχειρηματίες και οι σύμβουλοί τους. Και μαζί με τη χλωρίδα θα
μεταφερθεί κι η πανίδα. Λες και τα σπάνια φυτά βλαστάνε όπου θέλουν οι
επιχειρηματίες. Που αν ήτανε έτσι, γιατί να μην έχουμε και στις παρυφές
της Λευκωσίας χωράφια με άγρια κυκλάμινα και στα ενδότερα της Λεμεσού
αγρούς με κόκκινες τουλίπες, πεταλούδες και παραδεισένια πουλιά;
