Κάνουμε τους ξύπνιους. Τους εφευρετικούς. Τους μάγκες. Τους παλικαράδες. Τους εραστές κ.λπ. κ.λπ. Και, τελικά, είμαστε κορόιδα. Μεγάλα κορόιδα! Και σκέφτομαι το τραγούδι του Βίρβου (και του Τσιτσάνη): «Τον τελευταίο τον καιρό/ μού τα 'χεις κάνει ρόιδο/ Δυο τρεις μου την καρφώσανε/ πως πάλι σε τσακώσανε/ με εκείνο το κορόιδο...». Μα, ποιος, ρωτάω, είναι το κορόιδο; Εκείνος που έχει το κορίτσι και τον «τσακώσανε» ή αυτός που του έφαγε το «κορόιδο» το κορίτσι και τώρα παριστάνει τον πονηρό και τον νταή;
Εγραφα προ ημερών για το Μουσείο της Ακρόπολης, έξω από το οποίο περνάω σχεδόν κάθε μέρα. Ποιοι το επισκέπτονται; Και πόσοι; Καμιά εκατοστή μαθητές. Τουρίστες; Ούτε για δείγμα! Το ίδιο και απέναντι, στο Θέατρο του Διονύσου. Αν πεις και για τον Παρθενώνα... Τα πούλμαν ξεφορτώνουν καθημερινά, για ένα δίωρο, καμιά πεντακοσαριά άτομα. Και οι άνθρωποι αυτοί, που πολλοί έρχονται από την άκρη του κόσμου, φεύγουν άκαρποι και απελπισμένοι: ο Ιερός Βράχος είναι κλειστός, λόγω απεργίας!
Πώς τα καταφέρνουν οι Γάλλοι, οι Ισπανοί, οι Γερμανοί, οι Αιγύπτιοι, οι Τούρκοι να γεμίζουν συνεχώς τα μουσεία τους και μάλιστα με ακριβό εισιτήριο, ενώ δεν έχουν να δείξουν στους επισκέπτες μοναδικά μνημεία, όπως τα δικά μας; Αντικρίζεις τις Καρυάτιδες στα δύο μέτρα από 'σένα και η καρδιά σου πάει να σπάσει από συγκίνηση! Και στην Πόλη, στέκεσαι στην ουρά επί ώρες για να δεις τους χώρους, όπου βρισκόταν το χαρέμι του Σουλτάνου! Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι οι Τούρκοι δεν είναι μπουνταλάδες, όπως τους χαρακτηρίζουμε, αλλά έξυπνοι άνθρωποι και οργανωμένοι. Ακόμη και στον Βυζαντινό Ιππόδρομο, όπου ξεγυμνωνόταν η Θεοδώρα, βλέπεις κόσμο. Και ο Ιππόδρομος είναι μια αλάνα, χωρίς ούτε ένα κομμάτι πέτρα πάνω της!