Ετσι, τουλάχιστον στους νεότερους χρόνους, οι πρώτοι πληθυντικοί
αναδείχθηκαν ως συμβολικά αναγκαίες συνιστώσες τού περί πολιτικής και
εξουσίας λόγου. Η δημοκρατία στηρίζεται στην αφετηριακή παραδοχή ότι οι
νόμιμες αποφάσεις είναι δεσμευτικές για όλους επειδή ακριβώς είναι
προϊόντα συλλογικής απόφασης: οι ατομικές επιλογές και αποφάσεις θα
αθροισθούν και θα συντεθούν σε μια «γενική βούληση» η οποία συνοψίζει
και συμβολίζει τον «λαό», τη συλλογική οντότητα που ορίζεται ως «Εμείς».
Πάνω σε αυτή τη βάση θεμελιώνονται οι προδιαγραφές της δημοκρατικής
εξουσίας. Ο συγκροτημένος λαός αναδεικνύεται ως ιερό και αναντικατάστατο
συλλογικό Υποκείμενο που αποφαίνεται κυρίαρχα εκφέροντας (σαφείς,
ασαφείς ή σιβυλλικές) «ετυμηγορίες» που οφείλουν να γίνονται σεβαστές
ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους και εκπέμποντας αμφίσημα μηνύματα που
οφείλουν να ερμηνεύονται «αυθεντικά». Γι' αυτόν ακριβώς τον
(ταυτολογικό) λόγο, ο λαός μπορεί να εμφανίζεται ως εξ υποθέσεως «σοφός»
και να θεωρείται ότι η δημοκρατία «δεν έχει αδιέξοδα».