Η αποσύνθεση της σοσιαλδημοκρατίας
Τι κάνει ένας ηγέτης που η πολιτική
του μόλις έχει μαζικά αποδοκιμαστεί σε ενδιάμεσες εκλογές (π.χ.
δημοτικές); Τι κάνει ειδικότερα όταν αυτή η πολιτική μόνο αρνητικά
αποτελέσματα έχει επιφέρει (οικονομική στασιμότητα, αύξηση της ανεργίας
και της ανισότητας κ.λπ.), προκαλώντας τεράστια απογοήτευση, ακόμη και
οργή, στις κοινωνικές δυνάμεις που τον ανέδειξαν στην εξουσία;
Η απάντηση είναι η ακόλουθη.
Πρώτον, σε μια επίδειξη ρεαλισμού δέχεται ότι πρόκειται περί ήττας και, κυρίως, διαβεβαιώνει ότι «το μήνυμα ελήφθη».
Δεύτερον, επειδή τυγχάνει να ηγείται χώρας με προεδρικό καθεστώς, αλλάζει τον επικεφαλής της κυβέρνησης, επιλέγοντας ως νέο πρωθυπουργό τον εκπρόσωπο μιας εξαιρετικά μειοψηφικής -καθότι ακραία δεξιάς- άποψης στο ίδιο του το κόμμα και τους συμμάχους του, αλλά που είναι αρεστός στη δεξιά και ακροδεξιά αντιπολίτευση για ακριβώς τον ίδιο λόγο.
Τρίτον, και βασικότερο, αναθέτει στο νέο πρωθυπουργό την εξαγγελία της συνέχισης μιας πιο «ενισχυμένης» εκδοχής της πολιτικής που μόλις αποδοκιμάστηκε από τους ψηφοφόρους του και γενικότερα από το εκλογικό σώμα.
Ακούγονται παράλογα όλα αυτά; Και όμως είναι ακριβώς όσα έπραξε ο Φρανσουά Ολάντ μετά την πρωτοφανή συντριβή του Σοσιαλιστικού κόμματος στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου.