Ερωτόκριτος
Κατελάρης*
Η Διεθνής Χρηματοπιστωτική κρίση σε συνδυασμό με τις παθογένειες του πολιτικού και οικονομικού συστήματος
συνέβαλαν καθοριστικά στην κρίση χρέους στη χώρα μας. Ως αποτέλεσμα
προβάλλονται οι ιδιωτικοποιήσεις
να είναι δήθεν απόλυτα αναγκαίες για τη διόρθωση αυτής της
δυσάρεστης κατάστασης
χωρίς να εξετάζονται οι ιδιαιτερότητες στον κάθε τομέα ξεχωριστά και οι συνεπαγόμενες
επιπτώσεις.
Η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και συγκεκριμένα ο στόχος είσπραξης του ποσού 1.4 δις ευρώ με τη μέθοδο της ιδιωτικοποίησης κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου Α.Η.Κ, Αρχή Λιμένων Κύπρου Α.Λ.Κ, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Α.ΤΗ.Κ) σε ένα εξαιρετικά οικονομικά δυσμενές περιβάλλον θα έχει ως αποτέλεσμα η δημόσια περιουσία να πωλείται σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή της αντικειμενικής της αξίας. Παράλληλα να εκχωρείται σημαντικό κομμάτι της αυτονομίας του κράτους σε ιδιώτες (πιθανόν από γειτονικά κράτη που εποφθαλμιούν ολόκληρη την Κύπρο) και το κράτος να υφίσταται απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Να μην ξεχνούμε ότι η μικρή ημικατεχόμενη Κύπρος μεγαλούργησε με τη συνύπαρξη , συνεργασία, αυτών των οργανισμών και του ιδιωτικού τομέα.
Οι θιασώτες των ιδιωτικοποιήσεων κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών, διασυνδέουν την πολιτική αυτή ως αναγκαία διαρθρωτική αλλαγή που στοχεύει στη μείωση του δημοσίου χρέους, λιγότερο κράτος, ποιοτική βελτίωση υπηρεσιών, αύξηση παραγωγικότητας, αύξηση ανταγωνιστικότητας και μείωση προσφερόμενης τιμής. Εν τούτοις η διεθνής εμπειρία δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Η μέχρι σήμερα εδώ εμπειρία, αποδεικνύει ότι το κράτος δεν έγινε μεγαλύτερο (μεγέθυνση δημοσίων δαπανών) εξαιτίας απουσίας της πιο πάνω πολιτικής. Ως προς την διασύνδεση της πολιτικής αυτής με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, το επιχείρημα ότι σήμερα στην Κύπρο λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός, προς όφελος του καταναλωτή, είναι έωλο. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας των υγρών καυσίμων. Παραθέτονται μετά από έρευνα τα πιο κάτω για προβληματισμό.
Η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και συγκεκριμένα ο στόχος είσπραξης του ποσού 1.4 δις ευρώ με τη μέθοδο της ιδιωτικοποίησης κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου Α.Η.Κ, Αρχή Λιμένων Κύπρου Α.Λ.Κ, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Α.ΤΗ.Κ) σε ένα εξαιρετικά οικονομικά δυσμενές περιβάλλον θα έχει ως αποτέλεσμα η δημόσια περιουσία να πωλείται σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή της αντικειμενικής της αξίας. Παράλληλα να εκχωρείται σημαντικό κομμάτι της αυτονομίας του κράτους σε ιδιώτες (πιθανόν από γειτονικά κράτη που εποφθαλμιούν ολόκληρη την Κύπρο) και το κράτος να υφίσταται απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Να μην ξεχνούμε ότι η μικρή ημικατεχόμενη Κύπρος μεγαλούργησε με τη συνύπαρξη , συνεργασία, αυτών των οργανισμών και του ιδιωτικού τομέα.
Οι θιασώτες των ιδιωτικοποιήσεων κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών, διασυνδέουν την πολιτική αυτή ως αναγκαία διαρθρωτική αλλαγή που στοχεύει στη μείωση του δημοσίου χρέους, λιγότερο κράτος, ποιοτική βελτίωση υπηρεσιών, αύξηση παραγωγικότητας, αύξηση ανταγωνιστικότητας και μείωση προσφερόμενης τιμής. Εν τούτοις η διεθνής εμπειρία δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Η μέχρι σήμερα εδώ εμπειρία, αποδεικνύει ότι το κράτος δεν έγινε μεγαλύτερο (μεγέθυνση δημοσίων δαπανών) εξαιτίας απουσίας της πιο πάνω πολιτικής. Ως προς την διασύνδεση της πολιτικής αυτής με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, το επιχείρημα ότι σήμερα στην Κύπρο λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός, προς όφελος του καταναλωτή, είναι έωλο. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας των υγρών καυσίμων. Παραθέτονται μετά από έρευνα τα πιο κάτω για προβληματισμό.