«Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες/Παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα/ το αίμα το φαρμακερό των ερπετών/Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι» Γ. Σεφέρης, «Οι γάτες τ' Αϊ Νικόλα»
-
Μετά τις άγιες μέρες αρχίζει η περισυλλογή, κοιτάζοντας πίσω με
οργή και πίκρα, αλλά και εμπρός χωρίς ελπίδα νεκρανάστασης ενός λαού,
κουρασμένου από τα βάσανα και τις ταπεινώσεις, ενός λαού δηλητηριασμένου
από «αιώνες και γενιές φαρμάκι».
Κάνω μια αναδρομή από τότε που θυμάμαι εικόνες γεγονότων και επιστρέφω νοερά στις 27 Απρίλη του 1941, Κυριακή πρωί, όταν είδα τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη -ξανθό, μετρίου αναστήματος- σε μια μοτοσικλέτα, άσπρο από τη σκόνη της διαδρομής να βγάζει από το σακίδιό του ένα ξεροκόμματο κατάμαυρου ψωμιού για να κολατσίσει στην οδό Σοφοκλέους, απέναντι από το ξενοδοχείο «Ανεσις». Σε λίγο θα άρχιζε η «παρέλαση» του στρατού κατοχής, όπου θα κατευθύνονταν στην Ακρόπολη μέσω των οδών Αθηνάς και Ερμού για την έπαρση της σβάστικας.
Αργότερα έμαθα για το επαίσχυντο δάνειο που υποχρέωσαν την κατοχική κυβέρνηση να «χορηγήσει» στη Γερμανία, συνεπιφέροντας έναν τρομακτικό λιμό, όπου τα παιδικά μάτια συνήθισαν στην καθημερινή ρουτίνα της φρικτής θέασης των σκελετωμένων νεκρών που είχαν πεθάνει σε κάποιο πεζοδρόμιο από ασιτία και υποθερμία και τους μάζευε το μαύρο αυτοκίνητο-νεκροφόρα του Δήμου Αθηναίων με το μακάβριο σταυρό.