Ο
Λαυρέντης Λαυρεντιάδης είναι ένα από τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν το
ελληνικό «αφήγημα» των τελευταίων τριάντα χρόνων. Το αφήγημα μιας ζωής
που προχωράει ακάθεκτη μπροστά χωρίς να καταδέχεται να κοιτάζει αυτό που
αφήνει πίσω της ή να χάνει τον χρόνο της βλέποντας ό,τι προσπερνάει στο
πλάι της. Συνήθως όποιος κοιτάζει πίσω του τρώγεται από συμπλέγματα και
ενοχές. Οποιος ασχολείται με αυτό που προσπερνάει κινδυνεύει να
παραπατήσει στις αναστολές του. Και η Ελλάδα των τελευταίων τριάντα
χρόνων, με τη ρηχή μνήμη και την ορμή της για να χορτάσει ό,τι είχε
στερηθεί τις περασμένες δεκαετίες δεν είχε καιρό ούτε για ενοχές ούτε
για αναστολές.
Ο ίδιος βέβαια, υποθέτω, με καταγωγή από τη Σμύρνη και την
Καππαδοκία θα αρκείται στις οικογενειακές αναμνήσεις για να πιστεύει πως
έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν. Θεωρώντας
εξάλλου την Εκκλησία τον μόνο θεσμό άξιο λόγου, όπως έλεγε, δεν θα έχει
και ιδιαίτερα προβλήματα για να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες ενοχές.
Γνήσιο τέκνο μιας Ελλάδας που η μνήμη της χωράει μόνον όσες ευαισθησίες
έχουν μεταφέρει ο παππούς και η γιαγιά και οι πνευματικές της ανησυχίες
εξαντλούνται στις σχέσεις της με την Εκκλησία. Οσο για τις αναστολές,
αυτές ανέλαβε να τις ξεκαθαρίσει το περιβάλλον του. Από το 1990 που
άρχισε να δραστηριοποιείται σε ηλικία μόλις 18 ετών, έως προχθές που τον
προφυλάκισαν τίποτε και κανείς δεν του έδωσε το δικαίωμα να τις
αισθανθεί.