Δημήτρης Αλ. Σεβαστάκης*
Η μεγάλη αναδρομική με έργα του Γιάννη Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη,
αποτελεί μια πλήρη επανερμηνευτική εισήγηση και μια ολοκληρωμένη
εκθεσιακή ανατεκμηρίωση, όχι μόνο του έργου αλλά και των ιδεολογικών
μορφοποιήσεων του ζωγράφου. Κυρίως όμως αποτελεί μια υψηλή καταγραφή
των ιδεολογικών οικειοποιήσεων του νεωτερικού σώματος από την ελληνική
συνθήκη. Νομίζω δε, ότι αυτή ακριβώς η εκθεσιακή διαπραγμάτευση μπορεί
να ανασυγκροτήσει τα πεδία στα οποία η ελληνική εικαστική σκηνή
αυτοπροσδιορίζεται. Η έκθεση είναι η πρόφαση, ο ζωγράφος είναι η αιτία
για τις σκέψεις που ακολουθούν.
Ο Γιάννης Τσαρούχης μορφοποίησε τη μεταδικτατορική ελληνική εικαστική σκηνή. Ο δημοφιλής της γενιάς του '30, παρελήφθη πληρέστερα και μαζικότερα από το ελληνικό πολιτισμικό σώμα στην ευχερέστερη στιγμή του: Την ανοικτή μεταδικτατορία. Ο ζωγράφος έγινε το ιστορικά αναγκαίο συνώνυμο μιας βαθύτατης και ζωγραφικά νοημένης ελληνικότητας, σύμφυτης με ερωτήματα αυτοπροσδιορισμού και εθνικής -πολιτιστικής- ανεξαρτησίας. Η ταύτιση του Τσαρούχη από την καλλιτεχνική σκηνή (και μάλιστα κάτω από την πολυεστιακή ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς) με την έννοια της κριτικής και αυτοπροσδιοριστικής διεθνούς ελληνικότητας, βρίσκονταν σε αντιδιαστολή με την ψευδή και κατασκευασμένη «ελληνοφάνεια» του ιδεοληπτικού συντηρητικού κατεστημένου. Βέβαια, ο Γιάννης Τσαρούχης προέκυψε έξω από τις εσωστρεφείς γλωσσικές κλίμακες και τις κατηγοριοποιήσεις της Αριστεράς: Γόνος αστικής οικογενείας, αγαπούσε άθρησκα και απροκατάληπτα. Είχε αναπτύξει άλλωστε πολύ ισχυρά εκφραστικά και θεωρησιακά επιχειρήματα: είχε συγκροτήσει το λεξιλόγιό του στο εργαστήρι του Παρθένη, σχετίστηκε παραγωγικά -δηλαδή κριτικά- με το ερμηνευτικό σύστημα του Φώτη Κόντογλου, ταξίδευε και ζούσε στο κέντρο της Ευρωπαϊκής μοντερνιτέ, το Παρίσι, αγωνιούσε ιδεολογικά και γλωσσικά με τα ποικίλα πολιτιστικά κληροδοτήματα, αλλά ήταν και πολλαπλώς συμφιλιωμένος με τις σύνθετες καταγωγικές ροπές του. Ο ζωγράφος είναι κρυμμένα και υπόσκαφα νεωτερικός: ασυνεπή, αποκλίνοντα παραστατικά και δομικά συστήματα, ενυπάρχουν στη δουλειά του και ενορμίζονται.