Όσο η κυπριακή οικονομία ανθούσε, αποτελούσε και βασικό όπλο του αγώνα
μας, που κατά τον Νιχάτ Ερίμ, αρχιτέκτονα της τουρκικής επεκτατικής
πολιτικής, υπήρξε πάντα αγώνας αντοχής. Με το Μνημόνιο όμως, που η
απρονοησία των κυβερνώντων και η απληστία των τραπεζιτών κατέστησε
μονόδρομο, βρεθήκαμε κυριολεκτικά, μεταξύ σφύρας και άκμονος. Ένα είδος
διπλής κατοχής, που απειλεί όχι μόνο την κρατική μας υπόσταση, αλλά και
την οικονομική μας επιβίωση. Ήδη, οι γνωστοί παίκτες, άρχισαν να κινούν
τα νήματα. Με πρώτο και καλύτερο τον Ντάουνερ, που εκμεταλλευόμενος τις
οικονομικές μας δυσχέρειες, απειλεί να εξετάσει και άλλους τρόπους
επίλυσης του Κυπριακού, αν η ανανική συνταγή, αποδειχθεί οριστικά
ανεπαρκής να μας υποτάξει. Υπονοούσε φυσικά λύση, ακόμα πιο
φιλοτουρκική, που ανέλαβε να ερμηνεύσει ένας από τους αρχιτέκτονες του
Ανανιστάν, ο πολύς Ντε Σότο. «Το Κυπριακό δεν λύεται, γιατί ο
ελληνοκυπριακός λαός, δεν γνωρίζει τι εστί ομοσπονδία», αποφάνθηκε με το
γνωστό του θράσος (Φιλελευθερος, 9/9/12). Πρόκειται για φράση που
εκπέμπει δύο μηνύματα. Στο πρώτο υπενθυμίζει ότι οι Ε/κ απορρίψαμε το
σχέδιό του, που παρεμπιπτόντως δεν προέβλεπε ομοσπονδιακή λύση, αλλά
συνομοσπονδία δύο κρατών, υπό το στρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας. Στο
δεύτερο, όπως ακριβώς η Άγκυρα με την εγκάθετη τουρκοκυπριακή ηγεσία,
υποστηρίζει ότι στην Κύπρο δεν έχουμε ένα λαό με δύο κοινότητες, αλλά
δύο λαούς, υπονοώντας σαφώς ξεχωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης, για τους
Τ/κ. Ισχυρισμός που παραπέμπει είτε σε λύση δύο κρατών, είτε σε
προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία.