ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

samedi 16 juillet 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ 14/07/2011

Μια πλειάδα σύχρονων Ελλήνων συγγραφέων υπογράφει καθημερινά "Μια ιστορία με καλό τέλος". Επειδή η ζωή έχει το χρώμα, το αίσθημα και την έκβαση -γιατί όχι;- που έμεις της δίνουμε. Διότι είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο και το αναπάντεχο.

Ψαροχώρι
ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ
Με το "Μπαρ Φλωμπέρ" το 2000 μπήκε ως πεζογράφος σημαντικός στα ελληνικά γράμματα. Ο Αλέξης Σταμάτης, με σπουδές Κινηματογράφου και Αρχιτεκτονικής ξεκίνησε, όμως, ως ποιητής: "Απλή μέθοδος των τριών" και "Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων". Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματά του "Αμερικάνικη Φούγκα", "Οδός Θησέως", "Μητέρα στάχτη", "Βίλα Κομπρέ", "Σκότωσε ό,τι αγαπάς" έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Θεατρικοί του μονόλογοι έχουν ανέβει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, ενώ προσφάτως κυκλοφόρησε από τον "Καστανιώτη" το καινούργιο του μυθιστόρημα "Κυριακή". Θεματολογία του η προσωπική ενδοσκόπηση και η εποχή. Στον πυρήνα της η ίδια η ζωή που είναι "Αλγεβρα και φωτιά", όπως συνηθίζει να υποστηρίζει ο ίδιος. Εγραψε, ακόμα, και "Θρυλικές ιστορίες" και ένα παιδικό: "Ο Αλκης και ο λαβύρινθος".

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Ψαροχώρι


Μπαίνω στον σταθμό Συγγρού - Φιξ. Θα κατέβω στην Ομόνοια. Είμαι κενός. Αδειος τελείως. Είναι ένα πείραμα. Θα το καταγράψω κι ό,τι θυμηθώ. Και στο τέλος θα ακολουθήσω τον πιο ενδιαφέροντα. Εχω δέκα λεπτά περίπου στη διάθεσή μου. Εβδομήντα δευτερόλεπτα για τον καθέναν. Στέκομαι όρθιος, επιθεωρώ το βαγόνι. Επιλέγω το πρώτο πρόσωπο. Γύρω στα δεκάξι, αδύνατη. Η φράντζα πέφτει στο δεξί της μάτι. Το καλύπτει ολόκληρο, καθιστώντας αόρατο το μαύρο μακιγιάζ. Μια δέσμη ξανθών ακτίνων καλύπτει το μισό οπτικό της πεδίο. Το γαλάζιο μάτι πίσω από τα τσουλούφια. Σαν να αποζητά κάτι. Είναι θαυμάσιο να μισοφαίνεται κανείς. Διότι τούτο εστί το σώμα σου. Και σου ανήκει. Οπως και η θωράκισή του. Εσύ αποφασίζεις. Κοιτάζει την αντανάκλασή της στο τζάμι. Θα τα κάνει κάτι τέτοια. Ετσι εκφράζει το θεατρικό μες στην ψυχή της. Τη σκέφτομαι να βγάζει την μπλούζα να κοιτάζει τις θηλές της. Μικρές, σαρκώδεις, δυο βαθυκόκκινα κουμπιά. Εχω τον πρώτο χαρακτήρα: τη βαφτίζω Νέλλη.
Ψαροχώρι
Δίπλα της ακριβώς μια εξηντάχρονη γυναίκα. Τα χαμηλωμένα μάτια, η μικρή καμπούρα. Κοιτάζονται με τη "Νέλλη". Καμιά δεν χαμογελά, η Νέλλη γιατί έτσι είναι η ιδιοσυγκρασία της, και η γυναίκα γιατί προφανώς έχει λόγους. Εχει έναν σύζυγο με Αλτσχάιμερ. Ζουν μαζί, ούτε και τη θυμάται πια.
Κρυφό βλέμμα της γυναίκας στις τορνευτές γάμπες της Νέλλης. Το δεκαεξάχρονο σώμα. Πόσο ισχυρό. Οχι, δεν θα 'θελε τέτοια κόρη. Δεν έχει τέτοια κόρη. Κι αν είχε; Ω Θεέ μου. Η γυναίκα ασφυκτιά στο υπόγειο. Θέλει ύπαιθρο. Πάνω είναι μεσημέρι, Ιούνιος, ζέστη αφύσικη - κάτι προμηνύει. Ο ήλιος, κρυφός πάντοτε και μυστηριώδης. Πάντα εκεί και πάντα πουθενά. Ισως γιατί είναι το μόνο στοιχείο στον φυσικό κόσμο που δεν μπορείς να κοιτάξεις πάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Η γυναίκα λέγεται Βούλα.
Σύνταγμα. Η Βούλα βγαίνει. Η Νέλλη κοιτάζει από πίσω, εστιάζει στις φλέβες στα πόδια. Η Βούλα γυρίζει και την κοιτάζει με απορία. Η πόρτα κλείνει, το βαγόνι φεύγει. Ξαφνικά όλα αποκτούν μια αιφνίδια πυκνότητα.
Ενας κοντός κοιτάζει τη Νέλλη. Εχει παράξενο βλέμμα, πρασινογκρί, έντονο, το καλύτερο στοιχείο πάνω του. "Το βλέμμα σου με τρομάζει", το 'χει ακούσει αρκετές φορές. Το παράθυρο της ψυχής του. Για τους άλλους εργαλείο τρόμου, για κείνον η μόνη του περηφάνια. Οχι ότι έχει και πολλούς γνωστούς, έστω και να τους τρομάξει. Στην ουσία κανέναν. Ο Δημήτρης έμενε με τη μάνα του. Τώρα που πέθανε είναι μόνος. Με γυναίκες δεν έχει σχέσεις. Μόνο με πουτάνες πάει. Κανονική γυναίκα μια φορά στα δεκαεννιά. Εφυγε τρέχοντας. Μετά άλλες δυο τρεις προσπάθειες. Τα ίδια. Κι από τότε λύκος μόνος. Να περιμένει το θαύμα.
Κρυμμένος, θαμμένος υπάλληλος. Αλλα ήθελε όταν σπούδαζε στη Φιλοσοφική. Είχε στείλει και μια συλλογή διηγημάτων στον Κέδρο. Ισως επίτηδες, τα χειρότερά του. Χρόνια τώρα, δουλειά μέχρι το μεσημέρι, ύστερα φαγητό στην ταβέρνα και μετά στο "Βίντεο Μπλου" για τα ντιβιντί στο υπόγειο. Τζίνα Τζέιμσον, Ντίβον, Αλίσια Κλας. Εχει κι ένα τετραδιάκι και τις βαθμολογεί. Η Τζίνα η κορυφαία, δεκάρια παντού. Τα βράδια προγραμματισμένα: Φυλής δυο τρεις φορές τη βδομάδα. Τακτικός. Εχει βρει μια Σέρβα που του λέει και δυο γλυκόλογα. Κι εκεί κλείνει για λίγο τα μάτια, μένει αφρούρητος, μια τζούρα ελεύθερος. Στιγμές, μόνο στιγμές.
Μπαίνει ένας ψηλόλιγνος μαύρος γύρω στα είκοσι πέντε. Ομορφο πρόσωπο. Τον λέω Στιβ. Κουβαλάει μια φουσκωμένη μαύρη τσάντα. Σιντί και ντιβιντί. Θα 'ναι στην Ελλάδα εδώ και έξι χρόνια. Αφησε την οικογένεια στο Λάγκος - πέντε αδέρφια. Τους στέλνει ό,τι μπορεί. Ο πατέρας είναι ανάπηρος, η μάνα, τα δάχτυλά της σφίγγουν συνέχεια ένα φυλαχτό - κάθε μέρα αναβλύζουν κι άλλες ρυτίδες.
Τα αδέρφια χαμένα κορμιά - στην κυριολεξία. Θα πίνει μαύρο. Ενα ευχάριστο ζωντανό παιδί που δεν παραπονιέται. Παίρνει τη ζωή όπως έχει. Απ' αυτούς που δεν θα βγάλουν ποτέ το ζοφερό 20% του εαυτού στο φως. Οσο μπορούμε να μιλάμε στατιστικά για την ύπαρξη. Κοινωνιολογικά. Είναι πια ένας στους δέκα σ' αυτή τη χώρα. I am the one in ten. A statistic, a reminder of a world that doesn't care. Τώρα και στην Ελλάδα.
Από τη άλλη πλευρά. Ευθυτενής, απαστράπτων. Γύρω στα είκοσι. Εχει πλυθεί, λουστεί, χτενιστεί, αρωματιστεί. Τον βλέπω να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Φτιάχνει το μαλλί, παίρνει πόζες, ξεπατικούρα από τιβί. Η εικόνα του. Το εργαλείο του. Να φανεί. Να πολλαπλασιαστεί. Να φανεί. Να φανεί. Ρήμα το ισχυρόν. Τριγυρίζει στο νου του από το χωριό, ένα δυο χρόνια πριν φύγει. Ξέρει ότι το έχει. Το ακούει από την εφηβεία. Πολύ καλοφτιαγμένος για να μένει σ' έναν τόπο επτακοσίων ανθρώπων. Ξαφνικά γελάει. Γελάει με τον εαυτό του. Είναι μέσα στο τριπ, αλλά το σχολιάζει κιόλας, χωρίς να το ξέρει, έχει πετύχει την τέλεια αποστασιοποίηση. Ο εαυτός του. Το εργαλείο του. Να πηγαίνει σε κάποια οντισιόν; Ισως. One in ten κι αυτός, αλλιώς. Ο Μάρκος το ομορφόπαιδο.
Στάση Πανεπιστήμιο. Μπαίνει μια κοπέλα Τα μαλλιά της είναι σηκωμένα σε κότσο. Τα γυαλιά τεράστια για το πρόσωπό της - μονό ενάμισης βαθμός, αλλά δεν φόρεσε ποτέ φακούς. Οι μικρές τριχούλες στη φαβορίτα, άθικτες από τη μέρα της εμφάνισής τους. Κρατάει ένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Σημειώσεις ανατομίας, διαβάζω. Σώμα σπουδάζει. Ομως κάτω από το λεπτό γαλάζιο πουλόβερ, μέσα από το αδιάφορο λινό παντελόνι, κάτω από τη λευκή κιλότα (φυσικά και όχι στρινγκ), μέσα από το παλιομοδίτικο δαντελωτό σουτιέν, υπάρχει το δικό της σώμα, ο άγνωστος μεγάλος πληθυντικός.
Το σώμα της έχει άλλη γνώμη για κείνη. Να την πω Ελένη. Μέσα του το σώμα της Ελένης γελάει τρανταχτά. Ξέρει όλα της τα κόλπα, όλες τις τακτικές της και κυρίως ξέρει πως ό,τι και να γίνει σύντομα θα συναντηθούν αληθινά. Της δίνει διαταγές που δεν έχουν κανένα νόημα, τη βασανίζει, ξέρει πως είναι πιο σοφό από κείνη. Η ιστορία του σώματός της είναι μοναχική, αλλά ίσως κάποτε ένα βλέμμα θα τραβήξει αυτό το αδύνατο σαρκίο από τη μάζα, θα το φωτίσει, θα το ενεργοποιήσει, θα του προσδώσει και έξωθεν φωνή.
Το βαγόνι φτάνει στην Ομόνοια, το πείραμα πέτυχε, βγαίνω. Οσο ανεβαίνω τις σκάλες σημειώνω στο κεφάλι μου. Τους έχω, Νέλλη, Βούλα, Στιβ, Μάρκο, Ελένη. Πέντε. Και τον κοντό με τα έντονα ματιά, κι αυτόν. Κι αυτόν τον έχω δια βίου.
Κατευθύνομαι προς την Αγίου Κωνσταντίνου. Στο τσοντάδικο. Μετά θα πάω Φυλής. Η Σέρβα δουλεύει βραδάκι. Θέλω δυο καλά λόγια σήμερα. Τόση ένταση στην υπηρεσία. "Γεια σου Δημήτρη", λέει ο ταμίας, γνωστός πια. Ολα καλά; Ολα καλά απαντώ καρφώνοντάς τον με τα πρασινογκρί μου μάτια. Θα ήθελα να 'ταν λέιζερ, να τον εξαφάνιζα.
Πράσινη ακτίνα, που γίνεται κίτρινη, ύστερα λευκή. Τινάζομαι. Το φως μπαίνει από τα στόρια. Το ρολόι. 07.34. Το χέρι ασυναίσθητα διπλά την ακουμπά, κοιμάται. Επανέρχομαι. Οι εικόνες του ονείρου είναι μέσα μου σπαρταριστές, φρέσκιες. Κρίμα να χαθούν. Σηκώνομαι. Πάω στο μέσα δωμάτιο. Από το παράθυρο βλέπω τη θάλασσα. Εχουμε νοικιάσει το μικρό σπιτάκι για έναν χρόνο. Ζούμε με τα στοιχειώδη. Τα λαπ τοπ μας. Μια δουλίτσα ο καθένας στο χωριό. Περνάμε καλά. Με την ουσία του όρου. Ο ένας με τον άλλο.
Κάθομαι. Παλιά κάπνιζα. Τώρα όχι. Ανοίγω έναν φάκελο στο word.
"Μπαίνω στον σταθμό Συγγρού - Φιξ. Θα κατέβω στην Ομόνοια. Είμαι κενός. Αδειος τελείως. Είναι ένα πείραμα".
Δεν ξέρω πού θα το στείλω. Αλλά χαίρομαι που μπορώ να το γράψω. Χαίρομαι που ζω. Χαίρομαι που είμαστε μαζί.

  • Παναγιώτης Τέτσης
    "Τραπέζια" από τον Παναγιώτη Τέτση, λιτά, σαφή, με τους αρμούς φανερούς όπως οι ήρωες στην ιστορία του Αλέξη Σταμάτη, εν τη γενέσει και εν τη εξελίξει τους, όπως η απλή, κρυστάλλινη ζωή του συγγραφέα-αφηγητή. Μια ιστορία όπως και η εικόνα: με αναπνοή.

Πηγή: Έθνος
Δημοσιεύτηκε στις 14/07/2011

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire