ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Λογοτεχνία - Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου και τα βιβλία που αγάπησε


Λιγότερα βιβλία, μικρότερα κείμενα, 

μικρότερα σπίτια

 


Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς


Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Βραβευμένη και μεταφρασμένη συγγραφέας, που κατά διαστήματα μοιράζει τον πραγματικό και τον αφηγηματικό της χρόνο εντός και εκτός Ελλάδας. Η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας καλλιεργεί μια πρόζα όπου ενδοσκόπηση, περιπλάνηση, πλάγια κοινωνική μέριμνα και αφηγηματικό παιχνίδι διασταυρώνονται ερεθιστικά. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου μέσα από βιβλία και συγγραφείς φωτίζει συνεκτικά εποχές γραφής, ανάγνωσης και εαυτού

Ενα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα στο πατρικό μου ήταν η «Αφροδίτη» του Πιερ Λουί από τη σειρά «Εκλεκτά έργα» του Γ. Βασιλείου -κάτι ανάμεσα σε Σαλαμπό και Κάρμεν.
Το βιβλίο, φύλλο φτερό σήμερα, περιγράφει την ερωτική ζωή της Χρύσιδας, η οποία έφυγε κρυφά από το σπίτι της στα δώδεκα ακολουθώντας μια ομάδα καβαλάρηδων που πήγαιναν στην Τύρο να πουλήσουν φίλντισι -το κορίτσι τούς είχε συναντήσει μπροστά σε μια στέρνα.
Με συνάρπασε το τυχαίο του πράγματος. Ημουν δώδεκα χρονών και συναντούσα κι εγώ μπουλούκια αγοριών, αλλά δεν είχα διανοηθεί να φύγω μαζί τους.
Το βιβλίο άνοιξε μια πύλη ασυγκράτητου αισθησιασμού -ντρεπόμουν και φοβόμουν ταυτόχρονα.
Με ησύχαζε ωστόσο το γεγονός ότι η Χρύσις ήξερε να αντιμετωπίζει ένα άλλο μεγάλο τέρας, την πλήξη, «κάνοντας συμμετρικές τρυπίτσες με μια μεγάλη χρυσή καρφίτσα πάνω σ’ ένα μαξιλάρι».
Διαβάζω αυτές τις φράσεις στο πανόδετο βιβλίο του Λουί που διασώθηκε στη βιβλιοθήκη μου και είναι σαν να τις ξέρω απέξω.
Μπορώ να ανασυστήσω με φωτογραφική ακρίβεια τη βιβλιοθήκη των παιδικών μου χρόνων με «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» και την «Ωραία Νιβερνέζα» του Αλφονς Ντοντέ, τα οποία διάβαζα ξανά και ξανά, σαν να μην ήξερα τότε, στα δώδεκα, ότι υπάρχουν κι άλλα βιβλία στον κόσμο.
Το συνειδητοποίησα λίγα χρόνια αργότερα, στο Γυμνάσιο, όταν αγόρασα το πρώτο μου βιβλίο, τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου από το Θεμέλιο έπειτα από μια συναρπαστική ομιλία του.
Νόμιζα τότε πως οι ποιητές ήταν όλοι νεκροί σαν τον Πιερ Λουί.
Διάβασα λοιπόν τους ζωντανούςΔημήτρη Δασκαλόπουλο, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Τζένη Μαστοράκη, Μαρία Λαϊνά.
Ως φοιτήτρια αγόραζα τα βιβλία μου από τον Κέδρο -Κουμανταρέα, Ιωάννου, Μέλπω Αξιώτη.
Η πρώτη μετεφηβική βιβλιοθήκη μου ήταν δυο ράφια νοβοπάν πάνω από το κρεβάτι μου.
Μετρούσα τα βιβλία με τον πήχη του χεριού, όπως μια μοδίστρα θα μετρούσε το ύφασμα. Αγοραζα ποίηση κι έγραφα ποίηση.
Μετά έπεσα πάνω στις «Λεύκες ασάλευτες» της Μάρως Δούκα και με εντυπωσίασε η εναλλαγή των αφηγητών.
Ο Καλβίνο με αποτέλειωσε με τις αφηγηματικές οπτικές γωνίες στο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης».
Για τον αφηγηματικό ίλιγγο έμαθα πολλά από τον Λόρενς Στερν. Και τον Μπόρχες. Ηταν σεισμός.
Νομίζω ότι το Αλεφ του, το σημείο που περιλαμβάνει όλα τα σημεία, υποκίνησε μέσα μου την πίστη στη λογοτεχνία ως θρησκευτικό σύστημα.
Στο μεταξύ άρχισα να δουλεύω και να φτιάχνω το πρώτο μου σπίτι σε έναν χώρο χωρίς χωρίσματα, που μου είχαν παραχωρήσει οι γονείς μου.
Τα δωμάτια χωρίστηκαν μεταξύ τους με βιβλιοθήκες. Ως δημοσιογράφος πολιτιστικών λάμβανα τόσα βιβλία ώστε θα μπορούσα να ζω σαν τον Πολ Οστερ, χρησιμοποιώντας κούτες βιβλίων για καθίσματα και τραπέζια.
Αρχισα να χαρίζω τα βιβλία με τα οποία δεν είχα συνδεθεί συναισθηματικά.
Οδηγήθηκα σταδιακά σε μια ανακουφιστική οικονομία δυνάμεωνλιγότερα βιβλία, μικρότερα κείμενα, μικρότερα σπίτια.
Στο Βερολίνο ζήσαμε οικογενειακώς για εφτά χρόνια σε εβδομήντα τετραγωνικά με την πιο μικρή και ουσιαστική βιβλιοθήκη του κόσμου.
Κάφκα, Ζέμπαλντ, Κάθριν Μάνσφιλντ, Μπολάνιο, Κάρβερ, Αννα Ζέγκερς, Βιρτζίνια Γουλφ, Ουίλιαμ Γκογιέν, Ανταλ Σερμπ, Τσέχοφ, Ινγκεμποργκ Μπάχμαν.
Αυτά τα βιβλία όλο αμελούμε να τα φέρουμε πίσω. Ή πιστεύουμε ότι θα επιστρέψουμε για να τα ξαναδιαβάσουμε.
Στο αθηναϊκό μας σπίτι με περίμενε η βιβλιοθήκη που είχα αφήσει, τα βιβλία που αγάπησα, με αλφαβητική σειράαπό τον Αλεξάκη, τον Βαλτινό, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Γκράχαμ Γκριν ώς την Αλις Μονρό, τον Παπαδημητρακόπουλο, τον Τανιζάκι και τον Τσβάιχ.
Χρειάστηκα ακόμη μια βιβλιοθήκη για να στοιβάξω τους τόμους που μου ήταν χρήσιμοι για τα μαθήματα δημιουργικής γραφήςΤζον Γκάρντνερ, Χάρολντ Μπλουμ, Τοντόροφ, Φόρστερ, Βίβιαν Γκόρνικ.
Η αλφαβητική σειρά με συγκινεί ακόμη. Εικονογραφεί την ανάγκη μου να τιθασεύσω, να οργανώσω μια επετηρίδα ή ένα θησαυροφυλάκιο.
Οπως κι αν το πω, ο Μπόρχες το έχει πει καλύτερα: «Το σύμπαν (που άλλοι το λένε βιβλιοθήκη)».
Τελευταίο βιβλιο της Αμ. Μιχαλοπούλου είναι το μυθιστόρημα «Η γυναίκα του Θεού» (Καστανιώτης, 2014).



Πηγή: www.efsyn.gr
Δημοσιεύτηκε στις 21/06/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου