Στο παλιό ελληνικό σινεμά, «η
Κατερίνα Γώγου ήταν πάντα στην άκρη του κάδρου», λέει ο Λευτέρης
Ξανθόπουλος στην κάμερα του Αντώνη Μποσκοΐτη. «Κανείς δεν την είδε
πραγματικά αυτή την κοπέλα».
Πράγματι. Η υπηρετριούλα στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η έξαλλη κόρη «Μιας τρελλής τρελλής οικογένειας», η συμμαθήτρια της Βουγιουκλάκη στο «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» δεν ήταν η Γώγου. Ο ρόλος του θηλυκού κλόουν την αδικούσε - κι ας μην τον αρνήθηκε. Η Κατερίνα Γώγου ήταν ένα αγρίμι, μια «ροκ» ποιήτρια, ένα αυτοκαταστροφικό αλλά συνάμα τρυφερό πλάσμα, ένα πληγωμένο παιδί που έφυγε από το σπίτι της στα 13 της και για λίγο έζησε τη ζωή ενός χαμινιού. Οταν την εντόπισε ο πατέρας της, επιχείρησε να διαπιστώσει... την παρθενιά της με ιατροδικαστή. Αλλα, εκείνη αντέδρασε. Η πατρική βία «ενέπνευσε» το μετέπειτα έργο της.
«Καταραμένη»
Αυτή την περίπλοκη, αντιφατική προσωπικότητα επιχειρεί να συλλάβει ο Μποσκοΐτης στο ντοκιμαντέρ του «Κατερίνα Γώγου: για την αποκατάσταση του μαύρου», που βγαίνει αύριο στα σινεμά, σε λίγες μέρες θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και αργότερα στο Λουξεμβούργο.
Στις δραματοποιημένες σκηνές του ντοκιμαντέρ, την «καταραμένη» ποιήτρια, που, έχοντας παραδοθεί στο αλκοόλ και τις ουσίες, αυτοκτόνησε στα πενήντα τρία της χρόνια (1993), ερμηνεύει η Λουκία Μιχαλοπούλου. Η καλή ηθοποιός, που γνωρίσαμε στο «Valse Senti-mentale» της Κωνσταντίνας Βούλγαρη αλλά και στο «Ταξίδι στη Μυτιλήνη» του Λάκη Παπαστάθη, έκοψε τα μαλλιά της αλά Γώγου, αλλά «δεν μπήκα στη λογική της απομίμησής της. Ηθελα να δημιουργήσω μια γυναίκα-παραπομπή στη Γώγου, να αιχμαλωτίσω κάτι από την ενέργειά της. Δεν μπορούσα να χτίσω χαρακτήρα - η ταινία δεν είναι φίξιον. Την αίσθησή της ήθελα να αποδώσω».
Η Λουκία, που αυτό τον καιρό συμπρωταγωνιστεί με τον Δ. Καταλειφό στην «Ολεάννα» του Μάμετ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη (θέατρο «Εμπορικόν»), ενσαρκώνει μια οργισμένη Γώγου σε μια σειρά από στιγμιότυπα εμπνευσμένα από ακραίες στιγμές της ζωής της ποιήτριας. Οπως σε μια επίσκεψή της στον Νάνο Βαλαωρίτη, ενόψει της αγγλικής μετάφρασης του έργου της, όπου πετάει το βιβλίο της από το παράθυρο.
Η Λουκία Μιχαλοπούλου το σκίζει με μανία. «Ηταν αυτοκαταστροφική. Ηταν σαν να σκίζει τον εαυτό της. Δεν την ενδιέφεραν οι λέξεις αλλά οι πράξεις. Την εξόργιζε το ψέμα, η υποκρισία που έκρυβε η εξουσία. Δεν νομίζω πως σήμερα, αντιμέτωπη με τις ακραίες καταστάσεις που ζούμε, θα έκανε κάτι διαφορετικό. Τι άλλο να έκανε;».
Σ' ένα από αυτά τα στιγμιότυπα, η Μιχαλοπούλου/Γώγου περιφέρεται ανάμεσα σε ανθρώπους ακίνητους, ντυμένους στα άσπρα. «Το όλο σκηνικό παραπέμπει σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ηταν γνωστό πως η Γώγου είχε μπει και σε ψυχιατρική κλινική. Αλλά φανερώνει και τον γενικότερο εγκλωβισμό της. Την αντισυμβατική πορεία της κόντρα στο σύστημα, το οποίο σιχαινόταν».
Στη Λουκία αρέσει πολύ η ποίηση της Γώγου. «Εχει κάτι το πρωτόλειο, το ακατέργαστο. Δεν αυτολογοκρίνεται. Είναι σαν να διαβάζεις ημερολόγιο. Οργή και αθωότητα συνυπάρχουν την ίδια στιγμή. Ισως αυτό ακριβώς το εφηβικό στοιχείο είναι που αρέσει ακόμα και σήμερα στους νέους». Δεν είναι τυχαίο ότι η Γώγου αγαπήθηκε πολύ και από τα νέα παιδιά που εξεγέρθηκαν μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου.
Οπως λέει στο ντοκιμαντέρ ο Νάνος Βαλαωρίτης, κάποιες ποιήτριες της εποχής της «δεν τη χώνευαν. Θεωρούσαν χυδαίο το λόγο της». Η Λουκία διαφωνεί: «Ο,τι είναι αυθεντικό δεν μπορεί να είναι χυδαίο».
Οι ηρωίδες της Γώγου (που είχε συνδεθεί με την πλατεία Εξαρχείων) ήταν πόρνες, τραβεστί, τοξικομανείς, κακές μητέρες. Αλλά σε έκανε να τις αγαπήσεις. Δεν είναι τυχαίο που στην ταινία μιλά και η τρανσέξουαλ Εύα Κουμαριανού.
«Στις ταινίες της ήταν απολαυστική», λέει χαμογελώντας η Λουκία. «Αλλά δεν θα φανταζόσουν ποτέ την άλλη της πλευρά. Αυτές οι αντιφάσεις της με συγκίνησαν». Στην «Παραγγελιά» του Τάσιου είναι μια άλλη ηθοποιός. Αγνώριστη. Ο Τάσιος υπήρξε σύζυγός της. Και η Μυρτώ, η κόρη τους, η μεγάλη αδυναμία της Γώγου. Το ταξίδι της ζωής τους ήταν τρικυμιώδες. «Η σχέση της με την κόρη της τη σημάδεψε», εξηγεί η ηθοποιός. «Η Γώγου έπεσε στα ναρκωτικά για να βοηθήσει την τοξικομανή κόρη της να τα ξεπεράσει. Αλλά έπεσε στην παγίδα...».
«Φεύγω γι' αλλού»
Η Λένα Πλάτωνος θυμάται μια μέρα που η Γώγου της άφησε ένα ποίημά της. Σοκαρίστηκε όταν διαπίστωσε πως σε αυτό σκότωνε την κόρη της! «Δεν το έκανα ποτέ τραγούδι...».
Μια άλλη φορά «τις συνάντησα σε ένα μπαρ». Σχεδόν δεν αναγνώρισε τη Μυρτώ. «Ηταν ένα αλλοπρόσαλλο πλάσμα, ντυμένο πανκιό. Την κοίταξα έντονα και η Κατερίνα άρχισε να με βρίζει με το χυδαιότερο τρόπο μπροστά σε όλους».
«Φεύγω γι' αλλού», είπε στον ποιητή Γιώργο Χρονά λίγο πριν δώσει τέλος στη ζωή της.
Ούτε ο Τάσιος ούτε η Μυρτώ μιλούν στο ντοκιμαντέρ. Ο Τάσιος πέθανε πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Και η Μυρτώ έλειπε στην Ιταλία, όπου πλέον ζει μόνιμα... Η σημερινή οικογένεια του Τάσιου συγκινήθηκε πολύ με το ντοκιμαντέρ, που είναι γυρισμένο σ' ένα εντυπωσιακό ασπρόμαυρο, που δίνει μια αίσθηση άχρονου στην ταινία.
Πάντως, η Λουκία Μιχαλοπούλου δεν πιστεύει στους «καταραμένους» ποιητές. «Δεν θεωρώ ότι για να αφήσουμε κάτι σημαντικό πρέπει να καταστρέψουμε τον εαυτό μας. Αυτό, άλλωστε, το μοντέλο ανήκει περισσότερο στο παρελθόν. Το ιδεατό της δικής μου γενιάς είναι ότι ο νέος ηθοποιός πρέπει να είναι υγιής. Και να τα έχει τετρακόσια...».
Πόσω μάλλον που σήμερα «για να επιβιώσει αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές ταυτόχρονα. Κάτι που τον αποσυντονίζει πλήρως. Τρέχουμε σαν τους τρελούς πια...».
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire