Η νεαρή ηθοποιός μιλάει για αγώνες, απώλειες και δημιουργία

Η Βασιλική Τρουφάκου καπνίζει Καρέλια.
Δεν γνωρίζει το ομώνυμο τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου, πράγμα
αναμενόμενο, μια και όταν κυκλοφόρησε το «Δι’ ευχών» το 1992, δεν είχε
κλείσει ακόμη τα πέντε. Υπήρχε, όμως, κάτι που το ήξερε καλά από τότε:
«Είχα τη βεβαιότητα από πολύ μικρή ότι θα γινόμουν ηθοποιός. Ο πατέρας
χημικός, η μητέρα μου μαθηματικός, των θετικών επιστημών και οι δύο, δεν
ήταν εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα “εργαλεία” για να καταλάβουν τι
ακριβώς συνέβαινε.
Εγώ πόζαρα, έπαιζα, τραγουδούσα και εκείνοι θεωρούσαν
απλώς ότι έχουν ένα αλέγρο κοριτσάκι. Εγώ, όμως, ήξερα». Η 26χρονη
θεατρίνα κρατά έναν ρόλο στην «Καύση» του Στράτου Τζίτζη (θέατρο Ολβιο),
ωστόσο η δική μας συνάντηση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την (επίκαιρη)
παράσταση «Η αληθινή ταυτότητα της Τζίνα Ντέιβις» (Θέατρο του Νέου Κόσμου), που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν «Η άγνωστη τρομοκράτισσα» (εκδ. Αγρα). Συμπρωταγωνίστριά της, η Ελένη Ευθυμίου, με την οποία συνυπογράφουν τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία. Η μουσική είναι γραμμένη από τη Λένα Πλάτωνος ειδικά για την παράσταση. Μεγάλη τιμή.
Ο τίτλος της παράστασης
παραπέμπει στη γνωστή ηθοποιό του Χόλιγουντ. Νομίζεις πως θα δεις τις
υπαρξιακές αναζητήσεις μιας ξεχασμένης σταρ, όμως καμία σχέση, ε;
«Καμία απολύτως. Η δική μας Τζίνα
Ντέιβις είναι μια στριπτιζέζ που βρίσκεται ξαφνικά να κατηγορείται για
συμμετοχή σε τρομοκρατικό χτύπημα. Η παράσταση μιλάει ουσιαστικά για τα
ΜΜΕ και την κατασκευή της είδησης, όχι μόνο για το πώς συμβαίνει, αλλά
και για το τι αντίκτυπο έχει σε εμάς αυτό, για το πόσο πρόθυμος είναι ο
κόσμος να αρκεστεί στην πληροφορία που του δίνεται χωρίς να την αναλύσει
περαιτέρω. Θέλαμε πολύ να συνεργαστούμε σε ένα δικό μας πρότζεκτ με την
Ελένη, αρχίσαμε να διαβάζουμε βιβλία με πολιτικό περιεχόμενο και
καταλήξαμε στην “Αγνωστη τρομοκράτισσα”. Ηταν, φυσικά, μια δύσκολη
διαδικασία – αν και είχαμε τη βοήθεια και μιας θεατρολόγου. Μας δόθηκε,
ωστόσο, η δυνατότητα να το χτίσουμε πάνω μας, μια πολυτέλεια που δεν
έχεις όταν ανεβάζεις ένα έτοιμο, παραδομένο έργο. Το μυθιστόρημα μας
κέντρισε το ενδιαφέρον, διότι είδαμε πόσο έμοιαζε η πραγματικότητα μετά
την 11η Σεπτεμβρίου σε έναν τόσο μακρινό τόπο, την Αυστραλία, με την
τωρινή δική μας πραγματικότητα. Βλέπεις ότι είναι τόσο συγγενική η
ατμόσφαιρα, άνθρωποι σαν κοτόπουλα, αποπροσανατολισμένοι, σχεδόν σε
υστερία. Επίσης, η βασική ηρωίδα διακρίνεται από έναν αντιηρωισμό που
μας τράβηξε, ταιριάζει γάντι στις γκρίζες ζώνες της εποχής που ζούμε».
Το έργο μιλάει για την
τρομοκρατία. Πόσο σας επηρέασαν τα πρόσφατα γεγονότα στο στήσιμο της
παράστασης; Νιώσατε λίγο σαν να δικαίωσαν την επιλογή σας;
«Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Ξαφνιαστήκαμε
κι εμείς πολύ. Νομίζω πως αρθρώνεται πολιτικός λόγος μέσα από την
παράσταση. Μια σκηνή ανάκρισης την αλλάξαμε κιόλας λίγο, επειδή μας
τάραξαν πολύ οι φωτογραφίες των συλληφθέντων για τις ένοπλες ληστείες
στο Βελβεντό Κοζάνης που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Αστυνομία.
Προσωπικά, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι κάποιος θεώρησε ότι θα βλέπαμε
τέτοιες απροκάλυπτα επεξεργασμένες εικόνες, χωρίς αντιδράσεις. Η
ανθρώπινη βλακεία, βεβαίως, δεν έχει όρια. Ηθελαν να στείλουν ένα
μήνυμα; Δεν ξέρω. Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας σχετίζεται άμεσα, πάντως,
με τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στους κρατουμένους της. Σε
προβληματίζει πολύ αυτό».
Υπάρχει κάποια πλευρά σου που ταυτίζεται με όσους μιλούν για ένοπλους αγώνες;
«Υπάρχει ένα κομμάτι μου που λέει “Παιδιά, σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους”».
Γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους;
«Οπως το λέει το τραγούδι. Πιστεύω ότι
οι επαναστάσεις είναι που έχουν πάει τον κόσμο μπροστά. Δεν θεωρώ ότι
ένα σύστημα όπως ο καπιταλισμός μπορεί να ανατραπεί με διάλογο και με
καλή προαίρεση. Το να αποφασίζει κάποιος να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές κατά
βούληση είναι μια άλλη ιστορία, περισσότερο με αυτοδικία μοιάζει και
δεν θα μπορούσα να το υποστηρίξω. Πιστεύω, βέβαια, και στη δύναμη της
δημιουργίας
– αν δεν πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τους ανθρώπους, δεν κάθεσαι να αφιερωθείς σε αυτή, πόσω μάλλον στο θέατρο, που είναι και τόσο εφήμερη η φύση του».
– αν δεν πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τους ανθρώπους, δεν κάθεσαι να αφιερωθείς σε αυτή, πόσω μάλλον στο θέατρο, που είναι και τόσο εφήμερη η φύση του».
Με τις φίλες σου αυτά συζητάτε;
«Για την κρίση μιλάμε, φυσικά. Δυστυχώς. Για τις δουλειές, τις δυσκολίες, την καθημερινότητα. Η ζωή, ωστόσο, προχωρά».
Ο έρωτας μπορεί να είναι επαναστατική πράξη;
«Η αφοσίωση θα έλεγα ότι είναι
επαναστατική πράξη, ειδικά σήμερα που τη συναντάς σπάνια. Το να
πιστεύεις σε κάτι και να επενδύεις σε αυτό ενεργοποιεί δυνάμεις μέσα
σου. Ο έρωτας κάνει τον κόσμο να φαίνεται διαφορετικός, όλα μοιάζουν να
χρειάζονται λιγότερη προσπάθεια».
Ποιο τραγούδι είναι ο θούριος της γενιάς σου;
«To “Κουστουμάκι” του Boy. Είναι και
δέκα λεπτά τραγούδι, πλήρης απασχόληση δηλαδή, και είναι έτσι φτιαγμένο,
που απαιτεί να το ακούσεις, απαιτεί την προσοχή σου. Μ’ αρέσει ο στίχος
που λέει «τελευταία φεύγει η ελπίδα και η κατσαρίδα».
Τι ξεχνάς πιο συχνά μέσα στην τρέλα της ζωής στην Αθήνα; «
Μερικές φορές τρομάζω που πρέπει να
υπενθυμίζω στον εαυτό μου να χαίρεται και να μη βουλιάζει στο άγχος.
“Κάτσε, ρε, για σένα τα κάνεις αυτά, πρέπει να χαίρεσαι” επαναλαμβάνω
μέσα μου».
Ποιες ηθοποιούς θαυμάζεις;
«Είναι πάρα πολλές. Η
Μάρθα Φριντζήλα είναι ένα ολοκληρωμένο πρότυπο για μένα, υπήρξε και
δασκάλα μου, έχει πολύ διορατικό βλέμμα πάνω στα πράγματα, τη θαυμάζω
και την εκτιμώ πολύ. Η Αγγελική Παπούλια, η Αγγελική Παπαθεμελή, η Μαρία
Κίτσου...».
Σινεμά θα ήθελες να κάνεις; Πώς σου φαίνονται οι ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων;
«Είναι μεγάλο απωθημένο
μου το σινεμά. Ο “Κυνόδοντας” νομίζω ότι δικαίως ξεχώρισε και του άξιζε
αυτή η μεγάλη πορεία. Μου αρέσει πολύ και ο κινηματογράφος του Γιάννη
Οικονομίδη».
Ποιο είναι το πιο ωραίο σύνθημα που είναι γραμμένο σε τοίχο της Αθήνας;
«Ενα στα Εξάρχεια, το “Γυναίκα δίχως άνδρα, ψάρι χωρίς ποδήλατο”. Αλλά και το “Βασανίζομαι” με τρελαίνει».
Εχεις εμμονές ή ψυχαναγκασμούς;
«Οχι, δεν έχω. Νομίζω
δηλαδή. Αυτό που μου συμβαίνει, όμως, συχνά είναι να πηγαίνει το μυαλό
μου στο χειρότερο δυνατό σενάριο, όποτε χτυπάει πολλές φορές το
τηλέφωνο. Εχει χρειαστεί, δυστυχώς, να αντιμετωπίσω κάποιες απώλειες στη
ζωή μου. Οταν έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτό, καταλαβαίνεις τι σημαίνει
“ποτέ”, τι σημαίνει “ανεπιστρεπτί”, αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς. Δεν
έχω συμφιλιωθεί με αυτή την ιδέα, κυρίως ανησυχώ για τους δικούς μου
ανθρώπους, δεν έχω αρχίσει να προσεγγίζω φιλοσοφικά την ιδέα του θανάτου
του δικού μου. Εχω καταλήξει πως κάθε άνθρωπος που χάνεται πρέπει να
συνεχίζει να ζει μέσα από σένα, να μιλάς για τις αναμνήσεις σου από
εκείνον, δεν πρέπει να είναι ταμπού ο θάνατος».
Τι βαριέσαι φριχτά;
«Να μου λένε τα προφανή. Χωρίς να θέλω
να φανώ επηρμένη, με κουράζουν πολύ οι κοινοτοπίες, υπάρχει πάντα ένας
ενδιαφέρων τρόπος να πεις και την πιο μπανάλ ιδέα».
Ποια λέξη θα εξαφάνιζες από την ελληνική γλώσσα;
«Το “εντάξει”. Που είναι κάτι που λέω,
βέβαια, συχνά για να καθησυχάσω τον εαυτό μου. Αλλά αυτό το πολύ χαλαρό
“’ντάξει” μου δίνει στα νεύρα».
Υπάρχει κάποιο απόσπασμα από θεατρικό έργο που να θεωρείς συγκλονιστικό;
«Ο μονόλογος της Σόνιας από τον “Θείο
Βάνια”: “Πρέπει να ζήσουμε. Εμείς θα ζήσουμε, θείε Βάνια, θα ζήσουμε”.
Με συγκινεί βαθιά αυτή η εγκαρτέρηση. Πάει το μυαλό μου στις μαρτυρίες
που διαβάζαμε για τους παππούδες μας στη Σμύρνη, για παράδειγμα, που τα
έχασαν όλα και όμως επέζησαν. Είναι συνταρακτικό να βλέπεις ότι ο
άνθρωπος δείχνει υπομονή και αντοχή, ακόμη και όταν γύρω του υπάρχουν
μόνο ερείπια».
Πηγή: www.tovima.gr
Δημοσιεύτηκε στις 06/03/2013
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire