Κωνσταντίνος Καραμανλής
ο μύθος της ελληνικής Δεξιάς
Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δεκαπέντε χρόνων από το θάνατο του,
οργανώθηκε στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα από το ίδρυμα που φέρει το όνομα
του εκδήλωση μνήμης για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην οποία παρευρέθηκε
σύσσωμη η ελλαδική πολιτική ηγεσία και οι διάφορες ποικιλώνυμες ελίτ, πλην
Αλέκας Παπαρήγα. Την παράσταση έκλεψε ως ένα σημείο ο αρχηγός της αξιωματικής
αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας ο οποίος επιχειρεί τον τελευταίο καιρό ανοίγματα
στην καραμανλική Δεξιά. Όπως ήταν αναμενόμενο ο Τσίπρας έπλεξε το εγκώμιο του
Καραμανλή, μάλιστα πιο θερμά από τους
Σαμαρά και Βενιζέλο και μόνο ο άλλοτε σύντροφος του Φώτης Κουβέλης κατάφερε να
τον συναγωνιστεί σε εγκώμια.
Η διαπίστωση που μπορεί να κάνει κάποιος είναι πως η Δεξιά πέτυχε τις
τελευταίες δεκαετίες να αποκτήσει τον δικό της «εθνάρχη» σε αντιπαράθεση με τον
Ελευθέριο Βενιζέλο που θεωρείται ο «εθνάρχης» της «δημοκρατικής» παράταξης,
τουτέστιν της Κεντροαριστεράς. Καθώς η ελληνική πολιτική ζωή είναι συνυφασμένη
με μύθους, η ελληνική Δεξιά απέκτησε έτσι το δικό της μύθο.
Η προσπάθεια
παλιότερα να δημιουργηθεί ένας παρόμοιος μύθος με τον Ιωάννη Μεταξά και το Όχι
απέτυχε, αφού δύσκολα θα μπορούσε να έχει γενική αποδοχή ένας δικτάτορας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής φρόντισε από πολύ νωρίς ο ίδιος για τη δημιουργία
του μύθου του, της υστεροφημίας του, και της ιστορικής καταξίωσής του. Από τους
πολιτικούς της νεότερης Ελλάδας, μόνο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τον
συναγωνίζεται όλα αυτά τα χρόνια με συμπόσια, βιβλία και κάθε είδους
παρεμβάσεις, ενώ βρίσκεται ακόμη στη ζωή, προκειμένου να δικαιωθεί για τις
δικές του επιλογές. Κάτι που μάλλον δεν θα πετύχει γιατί στο πολιτικό του
παρελθόν υπάρχουν πράξεις που δεν θα του συγχωρεθούν ποτέ όπως η αποστασία του
1965, προάγγελος της δικτατορίας. Αντίθετα, την δόξα και την φήμη του Καραμανλή
ψάλλουν περισσότερο και από τους δεξιούς οι μεταλλαγμένοι αριστεροί της
μετασοβιετικής εποχής. Γίνεται βεβαίως από τους περισσότερους ο διαχωρισμός της
πρώτης περιόδου της καραμανλικής οκταετίας που προηγήθηκε της μεταπολίτευσης
και της πολιτικής διαδρομής του Καραμανλή μετά το 1974. Η πρώτη περίοδος
περιέχει μελανά σημεία όπως η ευνοιοκρατική ανάδειξή του στην πρωθυπουργία από
τα Ανάκτορα και τον ξένο παράγοντα, οι εκλογές της βίας και της νοθείας και το
κλείσιμο του Κυπριακού με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Αντίθετα η δεύτερη
περίοδος μετά το ‘74 με την νομιμοποίηση του ΚΚΕ, την σταθεροποίηση των
δημοκρατικών θεσμών και την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται ως η φωτεινή
πολιτική πλευρά του Καραμανλή. Αλλά ακόμη και στην πρώτη του περίοδο οι
αγιογράφοι του, συμπεριλαμβανομένων και των μεταλλαγμένων αριστερών, διακρίνουν
πολλά θετικά στοιχεία.
Είναι αδύνατο να αποτιμήσει κανείς την προσωπικότητα του Κωνσταντίνου
Καραμανλή στο πλαίσιο ενός τόσο σύντομου άρθρου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι
πρόκειται για μια ισχυρή πολιτική μορφή που επηρέασε αποφασιστικά την εξέλιξη
της χώρας σε όλη την μεταπολεμική περίοδο. Στο ναρκοθετημένο όμως πεδίο της ιστορίας εκείνο που έχει σημασία
είναι η κριτική αποτίμηση του έργου και της προσφοράς του και όχι η καθημερινή
αγιοποίησή του από τις ποικιλώνυμες ελίτ, ειδικά τα τελευταία χρόνια με την
κρίση που περνά η Ελλάδα. Οι περισσότεροι που ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα
και το έργο του συμπεριφέρονται περισσότερο σαν αγιογράφοι του και λιγότερο σαν
ιστορικοί ή επιστήμονες με κριτική σκέψη.
Για την Κύπρο που δεν την
επισκέφτηκε ποτέ, παραμένει αινιγματικός τόσο για την υπογραφή των
συμφωνιών της Ζυρίχης-Λονδίνου όσο και για την ανοχή που επέδειξε στη δεύτερη
προέλαση του Αττίλα. Είναι βεβαίως γνωστό ότι ο ίδιος διεκατέχετο από μεγάλη
πικρία απέναντι στον Μακάριο επειδή κατά την αντίληψη του ο Αρχιεπίσκοπος πέτυχε, με διάφορους
βυζαντινούς ελιγμούς, να ηρωοποιηθεί ο ίδιος παρουσιαζόμενος ότι πιέστηκε για
να αποδεχτεί τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου
και επιρρίπτοντας έτσι στον ίδιο την ευθύνη υπογραφής τους. Κάτι βεβαίως
που για τον ίδιο δεν ίσχυε αφού ο Μακάριος ήταν ενήμερος για τις συνομιλίες που
οδήγησαν στις συμφωνίες αυτές και ενέκρινε όλους τους χειρισμούς του. Μόνο στο
Λονδίνο ο Αρχιεπίσκοπος, προ της τελικής υπογραφής, έκανε προσπάθεια να
διαφοροποιηθεί, κάτι ακριβώς που ο Καραμανλής εθεώρησε ως βυζαντινό ελιγμό
ηρωοποίησής του.
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής
πολιτικών επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του
Πανεπιστημίου Κρήτης.
*
.E-mail stephanos.constantinides@gmail.com

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire