ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Πολιτισμός - Η εξημέρωση του Καρνάβαλου


Το καρναβάλι της Αθήνας τη δεκαετία του 1870. Σκίτσο του βρετανικού περιοδικού «The Illustrated London News» (10/3/1877)  
Το καρναβάλι της Αθήνας τη δεκαετία του 1870. Σκίτσο του βρετανικού
περιοδικού «The Illustrated London News» (10/3/1877)


«Μουντζουρωμένοι ή ρυπαρώς ενδεδυμένοι μασκαράδες δεν θέλουσι ληφθή υπ' όψιν, όπως και αι υβριστικαί αλληγορίαι καθ' ωρισμένων προσώπων ή τάξεων»
Οδηγίες του «Κομητάτου των Απόκρεω», εφ. «Ακρόπολις», 22/1/1890, σ. 2.


Νίκος Ποταμιάνος* 

Οι Απόκριες όπως τις γιορτάζουμε σήμερα έχουν χάσει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κάθε αιχμή κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Δεν ήταν πάντα έτσι.
Σε παλιότερες εποχές η μεταμφίεση, οι μασκαράτες, η έξοδος από την καθημερινότητα έπαιρναν τις διαστάσεις ενός αναποδογυρίσματος του κόσμου, μιας προσωρινής ανατροπής των ιεραρχιών και των κοινωνικών σχέσεων, μιας κριτικής που απλωνόταν σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.
Αυτός που ανέδειξε αυτή τη διάσταση του καρναβαλιού και έκτοτε άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο το αντιμετωπίζουν οι κοινωνικές επιστήμες ήταν ένας Ρώσος στοχαστής, ο Μιχαήλ Μπαχτίν, sui generis μαρξιστής που βρισκόταν σε δυσμένεια στη Σοβιετική Ενωση του Στάλιν.
Με τη μελέτη του για τον Ραμπελέ και το γκροτέσκο στην Αναγέννηση παρήγαγε μια νέα σύλληψη της λαϊκής κουλτούρας, αναδεικνύοντάς τη σε έναν πολιτισμό παράλληλο στον κυρίαρχο, αυτόνομο και με ανατρεπτικό περιεχόμενο.

Στον λαϊκό πολιτισμό έκανε έντονη την παρουσία του το καρναβαλικό στοιχείο: το αναποδογύρισμα του κόσμου, το γκροτέσκο, ο τονισμός των σημείων του σώματος που είναι ανοιχτά στον εξωτερικό κόσμο (και ιδίως του κάτω μέρους του σώματος).
Ο Μπαχτίν αντιπαρέθεσε το λαϊκό γέλιο, ως στάση απέναντι στον κόσμο, στη σοβαρότητα του επίσημου μεσαιωνικού πολιτισμού και στις γιορτές του που επικύρωναν την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων.
Στις Απόκριες, όταν «ο λαός εισερχόταν στην ουτοπική σφαίρα της κοινότητας, της ελευθερίας, της ισότητας και της αφθονίας», η λαϊκή αυτή κουλτούρα αναδύεται από τη σχετική αφάνεια στην οποία έχει περιπέσει την υπόλοιπη χρονιά.
Υπάρχει αντίλογος. Απέναντι σε μια εξιδανικευτική διάθεση τονισμού της ανατρεπτικότητας της καρναβαλικής λαϊκής κουλτούρας, έχει υποστηριχτεί ότι, αντίθετα, θεσμοί όπως το καρναβάλι λειτουργούν πάντα και ως βαλβίδες ασφαλείας του συστήματος.
Η αμφισβήτηση της εξουσίας, όταν είναι τελετουργική και ελεγχόμενη, της επιτρέπει να ανανεώνεται και να σταθεροποιείται.
Οι αποκριάτικες ανατροπές χρησιμεύουν κατά βάση για την εκτόνωση πιέσεων που σωρεύουν όλη τη χρονιά στα μέλη τους κοινωνίες που είναι στο έπακρο απαγορευτικές.
Για να δώσουμε ένα παράδειγμα από τα καθ’ ημάς, η τελετουργική γυναικοκρατία τη «μέρα της Μπάμπως» στα χωριά των Σερρών δεν συνέβαλε ιδιαίτερα στην αλλαγή των έμφυλων σχέσεων υπέρ των γυναικών.
Κι ωστόσο, πώς να παραβλέψουμε μια σειρά από εξεγερτικά επεισόδια που έχουν λάβει χώρα σε διάφορα καρναβάλια;
Εχουν μελετηθεί από ιστορικούς η εξέγερση στο Ρομάν το 1580 και στη Μάλτα το 1639· στην Γκρενόμπλ το 1832, με αφορμή την απαγόρευση μιας πολιτικής μασκαράτας, και στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου το 1976, ενάντια στον εξευγενισμό μιας γειτονιάς που κατοικούνταν από μετανάστες από την Καραϊβική.
Οι ιστορικοί έχουν επισημάνει, επίσης, ότι στις διάφορες εκφράσεις λαϊκού ριζοσπαστισμού πριν από τη σύγχρονη εποχή ήταν έντονο το καρναβαλικό στοιχείο.
Ο ανθρωπολόγος Τζέιμς Σκοτ έχει προτείνει ότι σε στιγμές όπως το καρναβάλι ανέρχονται στην επιφάνεια του δημόσιου λόγου τα «κρυμμένα σενάρια» της αντίστασης των υπάλληλων ομάδων που την υπόλοιπη χρονιά βρίσκονται στην αφάνεια.
Σε κάθε περίπτωση, η αποκριάτικη κουλτούρα προσέφερε μια γλώσσα έκφρασης του ανταγωνισμού απέναντι στους κυρίαρχους, ενώ υπήρχε πάντα η πιθανότητα το κλίμα απομυθοποίησης της εξουσίας που εκφραζόταν κατά το καρναβάλι να εξελιχθεί και να υπερβεί τις τελετουργικές μορφές αμφισβήτησης.

Απόκριες στην Αθήνα

Υστερα από 130 συναπτά έτη «εξευγενισμού», το αποκριάτικο χιούμορ βρίσκει πλέον στόχο μόνο τυχαία  
Υστερα από 130 συναπτά έτη «εξευγενισμού», το αποκριάτικο χιούμορ 
βρίσκει πλέον στόχο μόνο τυχαία | Φωτ: Τάσος Κωστόπουλος
 
 
Το πώς «εξημερώθηκε» το καρναβάλι στη σύγχρονη εποχή είναι ένα μεγάλο ζήτημα που δεν μπορούμε να θίξουμε εδώ.
Οπωσδήποτε, ένας παράγοντας που αφορά την πολιτική του διάσταση είναι η μείωση της σημασίας της αποκριάτικης σάτιρας που επήλθε με τη φιλελευθεροποίηση και την πρόοδο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οπότε δημιουργήθηκαν νέα κανάλια κοινωνικής κριτικής και έκφρασης των κοινωνικών αντιθέσεων.
Στην περίπτωση της αθηναϊκής Αποκριάς, πάντως, φαίνεται ότι η σάτιρα αναπτύχθηκε και άκμασε από τα μέσα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Το καρναβάλι αποτελούσε και στην Αθήνα περίοδο γενικής αναστάτωσης: οι καταστηματάρχες φοβούνταν για μικροκλοπές και δεν άνοιγαν τα μαγαζιά τους την Κυριακή της Τυρινής, οι εργάτες δεν πήγαιναν στις δουλειές τους (το ξέρουμε από τις εφημερίδες που παραπονιούνταν για την απουσία των τυπογράφων τους), ενώ δεν πρέπει να είναι τυχαίο που η πρώτη απόπειρα εμπρησμού της παλιάς Αγοράς το 1884 και η απόπειρα δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου το 1898 επιχειρήθηκαν τις μέρες της Αποκριάς.
Μια αίσθηση ανησυχίας, που εκφραζόταν και με τη σταθερή έγνοια των εφημερίδων για την τήρηση της τάξης κατά τις Απόκριες, προκαλούνταν από την αίσθηση ελλιπούς κοινωνικού ελέγχου.
Μια πηγή της ήταν το πλήθος που συγκεντρωνόταν στους δρόμους. Επιπλέον τον κοινωνικό έλεγχο περιόριζε η απόκρυψη της ταυτότητας με τις μάσκες, το μουντζούρωμα ή άλλες μορφές μεταμφίεσης: γι’ αυτό και οι μάσκες απαγορεύτηκαν σε κάποιες χρονιές, κυρίως κατά τις πολεμικές εμπλοκές της χώρας.
Κομμάτι αυτής της διαφορετικής καθημερινότητας ήταν οι μασκαράτες: μικρές ομάδες μεταμφιεσμένων που γυρνούσαν στην πόλη (πεζοί ή, πιο συχνά, πάνω σ’ ένα κάρο) και παρίσταναν κάποια κατάσταση, μερικές φορές βουβά, άλλοτε παίζοντας σκετσάκια· κατά κανόνα επρόκειτο για διακωμώδηση.
Στην οθωμανική Αθήνα του 1800 αναφέρονται μικρές πομπές μασκαρεμένων σε Τούρκους αξιωματούχους ή και σε παπάδες.
Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ οι Τούρκοι έδειχναν ανοχή, ο μητροπολίτης φρόντισε να τιμωρήσει δημόσια αυτόν που κάποτε τον σατίρισε.
Στη συνέχεια, πάντως, το εθνικό κράτος απαγόρευσε τη μεταμφίεση σε κρατικό αξιωματούχο ή ιερέα, και οι σατιρικές μασκαράτες προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα.
Το 1874, με πρόσφατη ακόμα τη δυσάρεστη πρώτη επαφή των Αθηναίων με το χρηματιστήριο και την ιστορία με τις μετοχές του Λαυρίου, «εταιρεία προσωπιδοφόρων» παρίστανε την «κυβεία» απαγγέλλοντας στίχους σε δημώδη γλώσσα για όσους έχασαν τα λεφτά τους.
Το 1885 κάποιοι ανέβασαν σ’ ένα κάρο έναν γάιδαρο, ο οποίος «φορτωμένος πετρέλαια και άλλα παρίστανε τα εκ των μονοπωλείων βάρη», δηλαδή τους φόρους που είχε μόλις επιβάλει ο Τρικούπης.
Οταν λίγες μέρες μετά έπεσε η κυβέρνηση του Τρικούπη, οι πανηγυρισμοί του δηλιγιαννικού πλήθους εκφράστηκαν και με τη γλώσσα της αποκριάτικης μασκαράτας: στη Σταδίου παρέλασαν 6-7 σημαιοστόλιστα κάρα, των οποίων «οι επιβάτες είχαν μια απαίσια όψη και οι μπαλωμένες φορεσιές τους επιδίωκαν να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι συμβόλιζαν τη φτώχεια στην οποία είχε ρίξει τη χώρα το πολιτικό σύστημα του Τρικούπη» (μαρτυρία του Κρουμπάχερ).
Τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν.
Στο στόχαστρο της αποκριάτικης σατιρικής μασκαράτας βρέθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα ο δημοτικισμός και η γυναικεία χειραφέτηση, οι εξελίξεις του Ανατολικού Ζητήματος, οι δικηγόροι και οι γιατροί (οι τελευταίοι άλλοτε με τεράστιους φαλλούς κι άλλοτε συνεδριάζοντας πάνω από το κρεβάτι ενώ γάιδαρου-ασθενούς), οι ζάπλουτοι ομογενείς «χρυσοκάνθαροι» και εν γένει η «αριστοκρατία».
Μια έξυπνη σάτιρα των Ευρωπαίων περιηγητών περιγράφει ο Garston το 1840: δύο άντρες είχαν ντυθεί ταξιδιώτες με ομπρέλα, ευρωπαϊκά ρούχα της μόδας κ.λπ., και μαζί τους ένας ντυμένος Τούρκος μεταφραστής τους.
Πότε πότε οι «Φράγκοι» έκαναν μια στάση και ζωγράφιζαν ή σκιτσάριζαν το πορτρέτο κάποιου που θα τον σταματούσαν γι’ αυτόν τον λόγο, ή του έπιαναν κουβέντα, μέσω του μεταφραστή τους, για τη χώρα και όταν κάτι τους έκανε εντύπωση έβγαζαν τα τετράδιά τους να κρατήσουν σημειώσεις «με μια έκφραση απέραντης ικανοποίησης».
Ασφαλώς την τιμητική τους είχαν οι κυβερνήσεις και οι αρχηγοί των κομμάτων.
Ωστόσο, αν αυτό ήταν πλέον «κανονικό» μετά τη φιλελευθεροποίηση που ακολούθησε την επανάσταση του 1862, στα χρόνια του Οθωνα η αστυνομία έδειχνε μικρότερη ανοχή στην πολιτική σάτιρα.
Γενικότερα στην πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους η Απόκρια διατηρούσε εντονότερα τα χαρακτηριστικά της περιόδου όπου η κριτική στην εξουσία μπορούσε να εξελιχθεί σε πολιτική αναστάτωση.
Το 1845 υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση του στρατού στην Αθήνα, καθώς κυκλοφόρησε η διάδοση «ότι οχλαγωγία τις έμελλε να κινηθή», «ότι ομάς τις ανθρώπων φερόντων τας προσωπίδας παρεσκευάζετο να σκώψη συμβολικώς τας εν τη Βουλή λαβούσας χώρα παρανομίας, ότι εις την περίστασιν αυτήν έμελλον να σατυρισθώσι και τινα άλλα πρόσωπα ως μοχλοί των γενομένων παρανομιών πρώτοι» (και ίσως εδώ υπονοείται ο βασιλιάς).
Η συγκέντρωση μεγάλου πλήθους στους Στύλους του Ολυμπίου Διός την Καθαρά Δευτέρα μπορούσε να αξιοποιηθεί για πολιτική διαμαρτυρία, όπως έκαναν το 1844 ετερόχθονες διαμαρτυρόμενοι για τον αποκλεισμό τους από τα δημόσια αξιώματα: μέσα στο πανηγύρι μπορούσε να δει κανείς δύο σημαίες μαύρες περικυκλωμένες από ανθρώπους που ήταν «κατηφείς, καπνίζοντες και συλλογισμένοι» κάτω από τις επιγραφές «οι ξενηλατούμενοι Μακεδόνες» και «οι αδικηθέντες Κρήτες».
Οι χρονιές δεν είναι τυχαίες: βρισκόμαστε αμέσως μετά την επανάσταση του 1843.
Ενας νέος κύκλος ριζοσπαστικοποίησης της σάτιρας και αυταρχικής απάντησης της εξουσίας θα σημειωθεί στα χρόνια της αντι- οθωνικής κινητοποίησης του 1859-62.
Οι Απόκριες του 1859 (και όχι τα Σκιαδικά) φαίνεται ότι αποτέλεσαν την πρώτη εκδήλωση της ριζοσπαστικοποίησης της αντιπολίτευσης προς τις κυβερνήσεις των οπαδών του Οθωνα - και, αντίστοιχα, της σκλήρυνσης του οθωνικού καθεστώτος ενάντια σε αντιπολιτευτικές κινήσεις.
Πιθανόν το 1859 πρωτοεμφανίστηκε ένα νούμερο που επαναλήφθηκε και σε μεταγενέστερες Απόκριες: εφτά νέοι γυρνούσαν στην πόλη μ' ένα κάρο φορώντας γαϊδουροκεφαλές, υπαινισσόμενοι το υπουργικό συμβούλιο.
Οι μασκαράδες αυτοί κρατήθηκαν για μία μέρα και πιέστηκαν να ομολογήσουν ότι τους υποκίνησε η αντιπολίτευση, ενώ υπήρξαν κι άλλες συλλήψεις.
Την επόμενη χρονιά πολιτική σάτιρα δεν τόλμησε να ξεμυτίσει και η έφιππη χωροφυλακή που έψαχνε για αντιβασιλικούς επιτέθηκε στον κόσμο που «αθωώτατα» έπαιζε ρεβιθοπόλεμο.
Το 1861, οπότε εκλογές και Απόκριες εν μέρει συνέπεσαν, η ανοχή της αστυνομίας σε αντικυβερνητικές μασκαράτες ήταν και πάλι ελάχιστη: εμπόδισε μια μασκαράτα που βασιζόταν στην ανάγνωση της μοναδικής εφημερίδας που υποστήριζε την κυβέρνηση των εκλεκτών του Οθωνα.
Το 1864, πια, η πολιτική σάτιρα δείχνει να εκφράζεται ελεύθερα στην αθηναϊκή Αποκριά: αναφέρεται μια παρέα μασκαράδων που παρίστανε τον Βούλγαρη και τους ακόλουθούς του ντυμένους με την ενδυμασία της Υδρας.
Παρ' όλα αυτά, διαβάζουμε ότι για να μεταμφιεστεί κανείς έπρεπε να πάρει άδεια είτε από την αστυνομία είτε από τον δήμο.
Στα επόμενα χρόνια δεν συναντήσαμε περιστατικά απαγόρευσης από το κράτος, και πολιτικές σατιρικές μασκαράτες συνεχίζουν να καταγράφονται στις εφημερίδες μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ωστόσο μετά το 1887 έπεσαν σε παρακμή, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην οργάνωση παρελάσεων από τα «κομιτάτα», ιδιωτικές επιτροπές αποτελούμενες από τους γνωστότερους μεγαλοαστούς της πόλης.
Στις παρελάσεις δίνονταν σημαντικά χρηματικά βραβεία στις καλύτερες μασκαράτες, αποκλείονταν όμως ρητά οι πολιτικές, ενώ γενικά η πολιτική των οργανωτών ήταν να βραβεύουν ακριβά άρματα με αισθητικά κομψοτεχνήματα, αλληγορίες ή πνευματώδεις αλλά καθόλου αιχμηρές μασκαράτες.
Η αλλαγή του χαρακτήρα των μασκαρατών, οι οποίες γενικά προσαρμόστηκαν στις προδιαγραφές των οργανωτών, ήταν ένα σημαντικό βήμα προς το να υπερισχύσει συντριπτικά στο αθηναϊκό καρναβάλι η διάσταση της διασκέδασης έναντι των υπόλοιπων· μιας διασκέδασης που στην πραγματικότητα δεν διέφερε στην ουσία της από αυτήν της υπόλοιπης χρονιάς.
*Iστορικός



Πηγή: www.efsyn.gr
Δημοσιεύτηκε στις 26/02/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου