Γύρω στο 1915 με 1920 εμφανίζεται στην Ελλάδα μία νέα γενιά λογοτεχνών. Η τέχνη τους είναι εμποτισμένη από την αίσθηση του αδιέξοδου και του ανικανοποίητου, από το βάρος της διάψευσης και της ματαιότητας. Όπως και οι ζωές τους, άλλωστε. Διανύοντας τα χρόνια του ελληνικού Μεσοπολέμου διαπερνώνται μοιραία από την αστάθεια και τη ρευστότητα του περιβάλλοντος κόσμου.

Η κριτική της εποχής αναφέρεται υποτιμητικά στους λογοτέχνες αυτούς ως εκφραστές της παραίτησης, της απαισιοδοξίας και της μικροαστικής μιζέριας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα καταδικαστικά σχόλια στρέφονταν όχι μόνο εναντίον του ποιητικού τους έργου, αλλά και εναντίον των ίδιων, χρεώνοντάς τους ατομισμό και απάθεια. Ακόμη και μεταπολεμικά επιβιώνουν κρίσεις που μεταφέρουν την εικόνα μιας γενιάς ηττημένης, μελαγχολικής και αδιάφορης για τα κοινωνικά ζητήματα.
Η πραγματικότητα μάλλον αποδεικνύει το αντίθετο. Η περίπτωση του Ν. Λαπαθιώτη αποτελεί ένα σαφές παράδειγμα ότι οι λογοτέχνες αυτής της γενιάς κάθε άλλο παρά αποκομμένοι υπήρξαν από την κοινωνική ζωή. Απόψεις του σε περιοδικά της εποχής, διαξιφισμοί και σκάνδαλα στον Τύπο, συνεντεύξεις του μαρτυρούν την κοινωνική του επαγρύπνηση.
Δεν δίσταζε, εξάλλου, να δηλώνει κομμουνιστής. Το 1921 δημοσιεύει στον Ριζοσπάστη μια επιστολή στην οποία ανακοινώνει επίσημα την προσχώρησή του στις τάξεις των κομμουνιστών, "με την ελπίδα πως θα 'ρθει μια μέρα καθώς όλοι να χρησιμοποιηθεί επίσης στον Αγώνα". Μάλιστα, το 1931 συμμετέχει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη των κομμουνιστών φαντάρων του Καλπακίου, μαζί με άλλους διανοούμενους (Δημήτρη Γληνό, Γαλάτεια Καζαντζάκη κ.ά.) Η ανάδειξη της ανήσυχης πλευράς του Λαπαθιώτη συμβαδίζει, εκτός των άλλων, με τη δημοσίευση κάποιων πεζογραφημάτων του, που παρέμειναν, πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, άγνωστα στο ευρύ κοινό.
Στο πεζό έργο Το τάμα της Ανθούλας, το οποίο κινείται στα όρια νουβέλας και μυθιστορήματος, ο Λαπαθιώτης διοχετεύει, με τον πιο εξωστρεφή τρόπο, την εμπειρία του από το κοινωνικό περιθώριο, τον κόσμο της νύχτας και τα ναρκωτικά. Το τάμα της Ανθούλας αναδεικνύει την όψη του μποέμ Λαπαθιώτη, που ασφυκτιά στα συντηρητικά "πρέπει" της αθηναϊκής ελίτ και αναζητά συντροφιά στο κοινωνικό περιθώριο της Πειραϊκής.
Εδώ ο αριστοκράτης Λαπαθιώτης απεκδύεται την ταξική του καταγωγή και παραχωρεί τη θέση του στον επαναστατημένο νέο των νυχτερινών περιπλανήσεων. Παρά την όποια μυθοπλασία, είναι εμφανές ότι Το τάμα της Ανθούλας μεταφέρει πραγματικά βιώματα του λογοτέχνη, στοιχειοθετώντας γλαφυρά την ανήσυχη φύση του.
Το τάμα της Ανθούλας δημοσιεύτηκε στο λαϊκό περιοδικό Μπουκέτο, σε έντεκα συνέχειες, από τις 24 Δεκεμβρίου του 1931 έως τις 14 Φεβρουαρίου του 1932. Η δημοσίευσή του πραγματοποιείται σε μία δεκαετία όπου η πολιτική ιδεολογία του λογοτέχνη έχει ωριμάσει, γι' αυτό και λανθάνει σε διάφορα σημεία του έργου. Η εργατική καταγωγή των ηρώων, ο ταξικός ξεπεσμός, η περιγραφή της ρημαγμένης ζωής τους, οι φτωχογειτονιές του Πειραιά μαρτυρούν την επαφή του Λαπαθιώτη με τον κόσμο του εργατικού κινήματος.
Αξιοσημείωτη είναι η εξοικείωση του λογοτέχνη με το λεξιλόγιο της καθημερινής, λαϊκής γλώσσας. Στους λιγοστούς διαλόγους οι ήρωες μεταχειρίζονται αυθεντικές φράσεις της λαϊκής ομιλίας. ("-Άκου δω ρε Νότη... Σου μιλάω τώρα 'γω, ο Μπακουρέλιας! Μη νταλαβερίζεσαι με βρώμες...").
Όψεις της ανήσυχης φύσης του Λαπαθιώτη ανιχνεύονται και σε άλλα είδη του πεζού λόγου. Το πεζοτράγουδο "Κάποιοι ρωτάνε", αν και δημοσιευμένο μόλις το 1914, απηχεί απόψεις για τον καταπιεστικό ρόλο που επιτελεί η κοινωνία, τις οποίες ο Λαπαθιώτης πρόβαλλε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Αναπαριστώντας μία φανταστική δίκη ο λογοτέχνης τοποθετεί τον εαυτό του στον ρόλο του κατηγορούμενου και την κοινωνία στον ρόλο του δικαστή. Προσδίδει ρόλο αυταρχικό στην κοινωνία, η οποία ως "δικαστής" υπαγορεύει συγκεκριμένες κατευθύνσεις ("νόμοι" και "πρέπει") στα υποκείμενα που την απαρτίζουν. Ο ίδιος, αν και κατηγορούμενος, αρνείται να υποταχτεί στα πρέπει της κοινωνίας. "Πρέπει. Τι πάει να πει το Πρέπει; Κ' εκείνος κραυγάζει: - Αγάπη!"
Το 1932, επίσης σε μορφή πεζοτράγουδου, ο Λαπαθιώτης δημοσιεύει στο αριστερό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το "Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου". Το πεζοτράγουδο αυτό αποτελεί την πιο εξωστρεφή πολιτική εκδήλωση του λογοτέχνη σε σχέση με κάθε άλλο πεζό του έργο.
Εδώ ο Λαπαθιώτης αναπαριστά με εικόνες καταστροφής και ωμότητας τη σκληρή σύγκρουση των προλετάριων ενάντια στην εκμεταλλεύτρια τάξη τους. Οι "ξυπόλητοι", οι "καταφρονεμένοι", οι "γυμνοί κι αδικημένοι" προβαίνουν στη συντριβή του "καλοθρεμμένου αστικού τέρατος", "μ' αξίνες, με σφυριά και με δρεπάνια". Ο ίδιος τάσσεται με το πλευρό των εξεγερμένων και χαιρετίζει την επανάσταση των προλετάριων σαν παλιγγενεσία.
Αν και η ανήσυχη φύση του Λαπαθιώτη επικοινωνεί εμφανώς με τον πεζό λόγο, ο αναγνώστης του ποιητικού του έργου συγκροτεί την εικόνα του μελαγχολικού, χαμηλόφωνου, "παρακμία" λογοτέχνη. Πράγματι ο ίδιος επιλέγει να απομακρύνει τις ανησυχίες του από το σώμα της ποιητικής του δημιουργίας.
Μέσα από τη συνολική ανάγνωση του πεζού του λόγου ολοκληρώνεται η εικόνα της αντιφατικής ύπαρξης του Λαπαθιώτη. Καλοντυμένος αριστοκράτης της αθηναϊκής κοινωνίας, αλλά και επαναστατημένος μποέμ του κοινωνικού περιθωρίου. Κοσμοπολίτης ποιητής, αλλά και παρακμιακή φιγούρα των τεκέδων. Ανήσυχος νέος, αλλά και μοιραία μοναχικός. Στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του, μόνος, ξεπεσμένος και καταπονημένος από τα ναρκωτικά, οδηγείται στην αυτοκτονία. Όπως ο ίδιος αναφέρει σε ένα πεζό ποίημά του:
"Κ' έζησ' έτσι, δεν ξαίρω πόσα χρόνια -έζησε, μάλλον, όλα του τα χρόνια, πάντα με το σκοπό ν' αυτοκτονήσει...".


Πηγή: Η Αυγή
Δημοσιεύτηκε στις 02/06/2013