Η Ελλάδα εξαρτάται σε ασυνήθιστα υψηλό βαθμό από τις οδικές μεταφορές. Σύμφωνα με στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, Eurostat (2010), το 98% των χερσαίων υπεραστικών μεταφορών στη χώρα μας διεξάγεται μέσω του οδικού δικτύου, έναντι μόλις 2% μέσω των σιδηροδρόμων. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης των «27» για τις οδικές μεταφορές είναι 76,4%, έναντι 17,1% για τις σιδηροδρομικές μεταφορές.
Μεταξύ του 1976-2008, όταν δεν εκδόθηκε επισήμως καμία νέα άδεια για φορτηγό Δημόσιας Χρήσης στην Ελλάδα, το μεταφορικό έργο διογκωνόταν ετησίως με ραγδαίους ρυθμούς, που τη δεκαετία του ’90 έφτασε το 5,7% ετησίως. Παρόλα αυτά τα κόμιστρα παρέμεναν σε ελεγχόμενα επίπεδα και ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός. Αυτό εξηγείται με δύο τρόπους.
Αφενός, υπάρχει στην Ελλάδα ένας ογκώδης στόλος φορτηγών Ι.Χ., 40 για κάθε ένα φορτηγό Δ.Χ., που καλύπτουν περίπου το 80% του μεταφερόμενου έργου. Πολλά από αυτά τα φορτηγά, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, καθώς και άλλα ελληνικών συμφερόντων που έχουν μεταφέρει την έδρα τους σε χώρες της Ε.Ε. (Βουλγαρία, Κύπρος, Λουξεμβούργο), διεκδικούν παρανόμως μεταφορικό έργο για το οποίο δεν έχουν τις απαραίτητες άδειες, αυξάνοντας την προσφορά.
Αφετέρου, μέσα στα χρόνια οι κυβερνήσεις, για να προσαρμοστούν στα διογκούμενα μεγέθη χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουν το επάγγελμα, αύξαναν το τονάζ των αδειών. Μία άδεια εθνικών μεταφορών 20 τόνων, π.χ., μετατρεπόταν σε 38 τόνων, με την καταβολή μόλις 5.000 δρχ. ανά τόνο. Ετσι, μεγεθυνόταν η μεταφορική δυνατότητα του στόλου χωρίς να απειλούνται οι προνομιούχοι κάτοχοι αδειών από νέους ανταγωνιστές.
Πηγή: Η Καθημερινή
Δημοσιεύτηκε στις 15/09/2013

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire