ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

lundi 7 novembre 2011

Γόητες, φυγάδες, υδραυλικοί...

Οι διάσημοι συνθέτες της κλασικής μουσικής υπήρξαν και αυτοί άνθρωποι με πάθη και συχνά περιπετειώδη ζωή. Ο Βάγκνερ ήταν τρανό παράδειγμα, αν και από τη σπουδαία φουρνιά που γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Φραντς Λιστ ήταν ένας αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής 


Μανώλης Πιμπλής

Αντίθετα με τον Μπετόβεν που οι ερωτικές σχέσεις δεν ήταν το φόρτε του, ο Φραντς Λιστ θα μπορούσε να είχε αποπροσανατολιστεί από αυτές. Ουγγρικής καταγωγής, ψηλός, ξανθωπός, με γαλάζια μάτια και πλούσια κόμη την οποία τίναζε όταν ερμήνευε τα έργα του στο κοινό, κοιτάζοντας το ταβάνι και βγάζοντας βαθείς αναστεναγμούς, ήταν πραγματικός καρδιοκατακτητής.

Είχε κάνει τρία παιδιά με μια παντρεμένη κόμισσα, ανάμεσά τους και την Κόζιμα, που αργότερα θα άφηνε τον άντρα της για τον Βάγκνερ. Επειδή όμως η οικογενειακή ζωή δεν του άρεσε και πολύ, άρχισε να περιοδεύει για εννέα χρόνια, οργώνοντας την Ευρώπη. Είμαστε στα μέσα του 19ου αιώνα, αυτό όμως δεν εμπόδιζε τις έξαλλες θαυμάστριές του να τον κυνηγούν στον δρόμο, να του κλέβουν τα μαντίλια και να προσπαθούν να του κόψουν μπούκλες από τα μαλλιά του.
Πιο χαμηλών τόνων ο Φρεντερίκ Σοπέν, κατάφερε τελικά να βρει παρηγοριά στην αγκαλιά της Γεωργίας Σάνδης, της γυναίκας που έγραφε μυθιστορήματα και φορούσε παντελόνια και με την οποία έζησε για πολλά χρόνια. Του την είχε συστήσει - ποιος άλλος; - ο συνομήλικός του Φραντς Λιστ. Εζησαν στη Μαγιόρκα και όταν, χρειάστηκε να επιστρέψουν με τον Σοπέν φυματικό στο Παρίσι, επιβιβάστηκαν σε πλοιάριο που μετέφερε γουρούνια.
Ούτε δέκα χρόνια μεγαλύτερος των Λιστ και Σοπέν, γεννημένος το 1803, ο γάλλος Εκτόρ Μπερλιόζ έφτασε στα άκρα για τον έρωτα - ήταν, άλλωστε, ρομαντικός συνθέτης. Εζησε πολλά έντονα πάθη. Αλλά στα νεανικά του χρόνια, όταν έμαθε ότι η αγαπημένη του επρόκειτο να παντρευτεί έναν διάσημο κατασκευαστή πιάνων, τον Καμίγ Πλεγιέλ, αποφάσισε να σκοτώσει τον γαμπρό, τη νύφη και τη μητέρα της. Αγόρασε δύο πιστόλια, στρυχνίνη, λάβδανο, φόρεμα, περούκα και καπέλο. Στόχος του να εισβάλει στο σπίτι ως καμαριέρα και να τους σκοτώσει. Ευτυχώς το ταξίδι μέχρι τη Νίκαια ήταν μεγάλο και στον δρόμο λογικεύτηκε.
Της ίδιας χρυσής γενιάς και ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, έζησε τουλάχιστον εξίσου περιπετειώδη ζωή. Παντρεύτηκε μία ηθοποιό με κακό όνομα, τη Μίνα Πλάμερ, με την οποία κάποτε το έσκασαν κυνηγημένοι από πιστωτές στο αμπάρι ενός πλοίου παρέα με τον μεγαλόσωμο σκύλο τους.
Ο Βάγκνερ ξέφυγε από τη φτώχεια όταν κάποτε του προσφέρθηκε η θέση του διευθυντή χορωδίας στην Αυλή της Σαξονίας. Επειδή όμως περνούσε τα βράδια του παρέα με ριζοσπάστες έως και αναρχικούς, όταν ξέσπασε εξέγερση στη Δρέσδη, το 1848, δεν δίστασε να πάει στα οδοφράγματα και να μοιράζει αντιβασιλικά φυλλάδια. Αυτό παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή του, αφού η εξέγερση κατέρρευσε και θα μπορούσε να έχει εκτελεστεί. Το έσκασε ξανά με τη Μίνα στη Βαϊμάρη, όπου ο πανταχού παρών Φραντς Λιστ τον φυγάδευσε εκτός συνόρων. Η Μίνα τον εγκατέλειψε και ο Βάγκνερ, στη Ζυρίχη πλέον, γοήτευε αριστοκράτισσες που τον συντηρούσαν.
Αργότερα όχι μόνο αμνηστεύθηκε, αλλά και ο νέος βασιλιάς της Βαυαρίας, ο 18χρονος Λουδοβίκος Β', που θαύμαζε το έργο του, τον κάλεσε στο Μόναχο, του πλήρωσε τα χρέη και του εξασφάλισε και παχυλό μισθό.
Ο Βάγκνερ βρήκε δουλειά στην Αυλή και για τον φίλο του συνθέτη Χανς φον Μπίλοφ, γιατί ήθελε να έχει κοντά το ζευγάρι για άλλους λόγους: ήταν εραστής της γυναίκας του Μπίλοφ, της Κόζιμα, κόρης του Λιστ. Εγινε σκάνδαλο και το παράνομο ζευγάρι, που είχε ήδη ένα παιδί, έφυγε για την Ελβετία. Παντρεύτηκαν και έκανα και άλλα παιδιά.
Η Κόζιμα βοήθησε στην προβολή του έργου του Βάγκνερ και μετά τον θάνατό του, προωθώντας και το Μπαϊρόιτ, όπου τάφηκε και όπου σήμερα γίνεται το διάσημο φεστιβάλ. Βέβαια ο Βάγκνερ είχε και τις σκοτεινές πλευρές του, ιδίως σε ό,τι είχε να κάνει με τον ακραίο αντισημιτισμό του - τα κείμενά του τα διάβασε και ο Χίτλερ.
Είχε όμως και άλλη μία, ιδιαίτερη πλευρά. Ενώ του άρεσε να εμφανίζεται ως αρρενωπός επαναστάτης, ως μαχητής και καρδιοκατακτητής, είχε αδυναμία στα ροζ σατέν και συχνά φορούσε γυναικεία εσώρουχα. Το πάθος για τα μεταξωτά εσώρουχα, τα νεγκλιζέ και τα βελούδινα πανωφόρια φαίνεται να το απέκτησε την περίοδο της Ζυρίχης. Και από μία χρονική περίοδο και μετά, τα σπίτια του είχαν πάντα ένα δωμάτιο καλυμμένο ολόκληρο με ανοιχτόχρωμο μετάξι, με κορδέλες και φραμπαλάδες.
Η περιπετειώδης ζωή δεν είναι βέβαια γνώρισμα μόνο των συνθετών του παρελθόντος. Οι συνθέτες, ιδίως οι πρωτοποριακοί, σπάνια αναγνωρίζονται πολύ νέοι, με όλα όσα σημαίνει αυτό. Ο Φίλιπ Γκλας, λ.χ., ο διάσημος σήμερα μινιμαλιστής συνθέτης, δημιουργός πολλών συμφωνιών και του «Κογιανισκάτσι», καθώς και πολλών γνωστών κινηματογραφικών σάουντρακ, πέρασε πολλά ώσπου να αναγνωριστεί. Δούλεψε ως υδραυλικός και ταξιτζής. Διατηρούσε επίσης γραφείο μεταφορών μαζί με έναν άλλο πολύ γνωστό συνθέτη, τον Στίβεν Ράιχ, και ανεβοκατέβαζαν έπιπλα στις σκάλες των πολυκατοικιών του Μανχάταν.
Αυτό δημιούργησε και ευτράπελες καταστάσεις αφού υπηρετεί ένα είδος το οποίο, ακόμη και όταν είχε αναγνωριστεί, δεν του απέφερε αμέσως χρήματα. Ετσι, όταν μια μέρα πήγε να εγκαταστήσει ένα πλυντήριο πιάτων σε μια σοφίτα στο Σόχο, την πόρτα τού άνοιξε ο τεχνοκριτικός του «Time» Ρόμπερτ Χιουζ. «Μα, εσύ είσαι ο Φίλιπ Γκλας» είπε. «Τι θες εδώ;». Ο Γκλας απάντησε ότι πήγε για το πλυντήριο και ο Χιουζ αναφώνησε: «Μα, είσαι καλλιτέχνης!». Ο Γκλας ανταπάντησε ότι είναι επίσης υδραυλικός και ζήτησε από τον άναυδο τεχνοκριτικό να παραμερίσει για να τον αφήσει να δουλέψει.
Αλλά και λίγο αφότου το έργο του «Ο Αϊνστάιν στην παραλία» έκανε πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη, το 1975, ο Γκλας συνέχιζε να δουλεύει ως ταξιτζής. Μια καλοντυμένη γυναίκα μπήκε στο ταξί, είδε γραμμένο το ονοματεπώνυμό του και του είπε: «Νεαρέ, ξέρεις ότι είσαι συνονόματος με έναν πολύ διάσημο συνθέτη;».
Πηγή: Τα Νέα
Δημοσιεύτηκε στις 07/11/2011

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire