Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν το 30% των πωλήσεων
όπλων
παγκοσμίως την περίοδο 2007-2011
Πρωταθλητές στις πωλήσεις όπλων
Αυξήθηκαν οι εισαγωγές στρατιωτικού οπλισμού σε όλο τον κόσμο
Τα τελευταία πέντε χρόνια πωλήθηκαν περισσότερα όπλα από ό,τι
στο παρελθόν, ενώ παγκόσμια πρωταθλήτρια στις εισαγωγές αναδεικνύεται η
Ινδία, με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να είναι οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς. Αυτό
είναι το αποτέλεσμα έρευνας του Διεθνούς Ινστιτούτου Μελετών για την
Ειρήνη, το οποίο εδρεύει στη Στοκχόλμη της Σουηδίας (Stockholm
ΙnternationalΡeace Research Ιnstitute, SΙΡRΙ). Σύμφωνα με τη μελέτη, η
ποσότητα των παγκόσμιων πωλήσεων όπλων αυξήθηκε κατά 24% την πενταετή
αυτή περίοδο σε σύγκριση με εκείνη από το 2002 ως το 2006.
Η Ινδία εισήγαγε το 10% των όπλων που πωλήθηκαν παγκοσμίως. Οι κύριοι προμηθευτές της, πέραν της Ρωσίας από την οποία προήλθε το 80% των όπλων που αγόρασε, ήταν η Βρετανία και το Ισραήλ. «Οι αγορές της Ινδίας έχουν κίνητρο ένα φάσμα διαφορετικών παραγόντων», δήλωσε ο Μαρκ Μπρόμλεϊ, ερευνητής στο πρόγραμμα πωλήσεων όπλων, στο Γερμανικό Πρακτορείο. Ανάμεσα σε αυτούς είναι η αντιπαλότητα με το Πακιστάν και με την Κίνα, «ανησυχίες για την ασφάλεια στο εσωτερικό, όπως οι εσωτερικές συγκρούσεις και η τρομοκρατία», καθώς και η προσπάθεια που κάνει το Νέο Δελχί να «επεκτείνει» τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ινδικού πολεμικού ναυτικού, πρόσθεσε. Οι υπόλοιποι τέσσερις μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων την ίδια περίοδο εντοπίζονται επίσης στην Ασία: ήταν η Νότια Κορέα (6%), το Πακιστάν και η Κίνα (5%) και η Σιγκαπούρη (4%).
Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν το 30% των πωλήσεων όπλων παγκοσμίως την περίοδο 2007-2011, διαθέτοντας οπλικά συστήματα σε πάνω από 80 χώρες. Η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι τρεις μεγαλύτεροι αγοραστές αμερικάνικων όπλων. Τα αεροσκάφη έφθασαν το 63% του όγκου των εξαγωγών όπλων των ΗΠΑ την περίοδο αυτή. Το 2011, η Σαουδική Αραβία συνήψε με την Ουάσινγκτον μια συμφωνία για την αγορά 154 μαχητικών F-15SΑ, το μεγαλύτερο συμβόλαιο των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Το ποσοστό της Ρωσίας στις παγκόσμιες πωλήσεις όπλων ανήλθε στο 24% και ήταν η κύρια προμηθεύτρια της Κίνας, που επίσης αύξησε τις εξαγωγές της. «Ένα από τα πράγματα που βλέπουμε πιο ξεκάθαρα είναι η ανάδυση της Κίνας ως εξαγωγέα» όπλων, σημείωσε ο Μαρκ Μπρόμλεϊ, προσθέτοντας ότι αυτό κυρίως οφείλεται στο Πακιστάν, που αγοράζει κινεζικά οπλικά συστήματα για το ναυτικό και μαχητικά αεροσκάφη. Η Κίνα είχε καταγράψει επιτυχίες ως εξαγωγέας και τη δεκαετία του 1980, όμως διαθέτοντας πολύ λιγότερο προηγμένο εξοπλισμό.
Η Γερμανία βρέθηκε στην τρίτη θέση στις εξαγωγές όπλων παγκοσμίως, με το 9% του συνόλου. Οι κύριοι πελάτες της ήταν η Ελλάδα, η Νότια Κορέα και η Νότια Αφρική. Στα είδη που εξήχθησαν περιλαμβάνονται υποβρύχια και φρεγάτες. Κρίνοντας από τις γνωστές παραγγελίες, η Γερμανία φαίνεται ότι πιθανό θα παραμείνει«μεγάλη εξαγωγέας για πολλά χρόνια. Η Γαλλία βρέθηκε στην τέταρτη θέση στις εξαγωγές, με ποσοστό 8% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Βρετανία ανήλθε στην πέμπτη θέση, με ποσοστό 4%.
Η Ινδία εισήγαγε το 10% των όπλων που πωλήθηκαν παγκοσμίως. Οι κύριοι προμηθευτές της, πέραν της Ρωσίας από την οποία προήλθε το 80% των όπλων που αγόρασε, ήταν η Βρετανία και το Ισραήλ. «Οι αγορές της Ινδίας έχουν κίνητρο ένα φάσμα διαφορετικών παραγόντων», δήλωσε ο Μαρκ Μπρόμλεϊ, ερευνητής στο πρόγραμμα πωλήσεων όπλων, στο Γερμανικό Πρακτορείο. Ανάμεσα σε αυτούς είναι η αντιπαλότητα με το Πακιστάν και με την Κίνα, «ανησυχίες για την ασφάλεια στο εσωτερικό, όπως οι εσωτερικές συγκρούσεις και η τρομοκρατία», καθώς και η προσπάθεια που κάνει το Νέο Δελχί να «επεκτείνει» τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ινδικού πολεμικού ναυτικού, πρόσθεσε. Οι υπόλοιποι τέσσερις μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων την ίδια περίοδο εντοπίζονται επίσης στην Ασία: ήταν η Νότια Κορέα (6%), το Πακιστάν και η Κίνα (5%) και η Σιγκαπούρη (4%).
Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν το 30% των πωλήσεων όπλων παγκοσμίως την περίοδο 2007-2011, διαθέτοντας οπλικά συστήματα σε πάνω από 80 χώρες. Η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι τρεις μεγαλύτεροι αγοραστές αμερικάνικων όπλων. Τα αεροσκάφη έφθασαν το 63% του όγκου των εξαγωγών όπλων των ΗΠΑ την περίοδο αυτή. Το 2011, η Σαουδική Αραβία συνήψε με την Ουάσινγκτον μια συμφωνία για την αγορά 154 μαχητικών F-15SΑ, το μεγαλύτερο συμβόλαιο των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Το ποσοστό της Ρωσίας στις παγκόσμιες πωλήσεις όπλων ανήλθε στο 24% και ήταν η κύρια προμηθεύτρια της Κίνας, που επίσης αύξησε τις εξαγωγές της. «Ένα από τα πράγματα που βλέπουμε πιο ξεκάθαρα είναι η ανάδυση της Κίνας ως εξαγωγέα» όπλων, σημείωσε ο Μαρκ Μπρόμλεϊ, προσθέτοντας ότι αυτό κυρίως οφείλεται στο Πακιστάν, που αγοράζει κινεζικά οπλικά συστήματα για το ναυτικό και μαχητικά αεροσκάφη. Η Κίνα είχε καταγράψει επιτυχίες ως εξαγωγέας και τη δεκαετία του 1980, όμως διαθέτοντας πολύ λιγότερο προηγμένο εξοπλισμό.
Η Γερμανία βρέθηκε στην τρίτη θέση στις εξαγωγές όπλων παγκοσμίως, με το 9% του συνόλου. Οι κύριοι πελάτες της ήταν η Ελλάδα, η Νότια Κορέα και η Νότια Αφρική. Στα είδη που εξήχθησαν περιλαμβάνονται υποβρύχια και φρεγάτες. Κρίνοντας από τις γνωστές παραγγελίες, η Γερμανία φαίνεται ότι πιθανό θα παραμείνει«μεγάλη εξαγωγέας για πολλά χρόνια. Η Γαλλία βρέθηκε στην τέταρτη θέση στις εξαγωγές, με ποσοστό 8% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Βρετανία ανήλθε στην πέμπτη θέση, με ποσοστό 4%.
Η Συρία αύξησε κατά 580% τις εισαγωγές όπλων σε όγκο από την 5ετία 2002-2006 στην περίοδο 2007-2011, σύμφωνα με το Ινστιτούτο. Χιλή και Βενεζουέλα είχαν μαζί το 61% των εισαγωγών όπλων στη Λατινική Αμερική, ωστόσο η Βραζιλία προβλέπεται να γίνει πολύ πιο σημαντική τα επόμενα χρόνια.
Η Βενεζουέλα ανέβηκε από την 46η στην 15η θέση στις εισαγωγές όπλων, με αύξηση 555%, σύμφωνα με το SΙΡRΙ.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire