Μια απρόσμενη επίσκεψη στο Νιούαρκ
Του Ηλία Μαγκλίνη
Η απόσταση με το τρένο είναι ελάχιστη: είκοσι λεπτά από την Τάιμς Σκουέρ μέχρι τον σταθμό του Νιούαρκ. Αφήνοντας το πολύβουο Μανχάταν πίσω μας, μέσα σε ένα εικοσάλεπτο χαζέψαμε ερημωμένες μάντρες, λίμνες, ποτάμια, μεταλλικές γέφυρες, βάλτους και ξερόχορτα, γειτονιές παρακμιακές. Περάσαμε από μια πολιτεία σε μια άλλη (από τη Νέα Υόρκη στο Νιου Τζέρσι) για να βρεθούμε στη γενέτειρα του Φίλιπ Ροθ. Αφορμή, η φωτογραφική έκθεση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης: «Philip Roth, Photos from a Lifetime». Φωτογραφίες μιας ολόκληρης ζωής
.
Σπάνιο υλικό Η διαδρομή μέχρι τη Βιβλιοθήκη επίσης ελάχιστη: δέκα λεπτά με τα πόδια, στους ανησυχαστικά έρημους δρόμους μιας πόλης που δεν περνάει τις καλύτερές της μέρες. Πάντως, η έκθεση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη διοργανώθηκε με μεγάλο κέφι από τους υπευθύνους της (επιμελητές: James Lewis, Rosemary Steinbaum), με αφορμή τα 80χρονα του Φίλιπ Ροθ, τιμώντας έτσι έναν από τους πιο διάσημους πολίτες του Νιούαρκ – οικείο σκηνικό σε πολλά του βιβλία.
Η έκθεση κάλυπτε σημαντικές πτυχές από τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή του Ροθ με πολλές άγνωστες, αδημοσίευτες φωτογραφίες. Το ζεστό, υγρό αυγουστιάτικο μεσημέρι που πήγαμε είχε ελάχιστο κόσμο. Οχι τυχαία: λίγες ακόμα ημέρες απέμεναν μέχρι να κλείσει, καθώς «έτρεχε» από τις 19 Μαρτίου (ημέρα γενεθλίων του Ροθ). Τα εγκαίνιά της είχαν συγκεντρώσει πολύ κόσμο πάντως: τον ίδιο τον συγγραφέα και με καλεσμένους ανώνυμους μα και επώνυμους φίλους του: τους συγγραφείς Ντον Ντελίλο, Πολ Οστερ, Ντέιβιντ Πλαντ, τον Ντέιβιντ Ρέμνικ (διευθυντή του περιοδικού The New Yorker) κ.ά. Η είσοδος ήταν δωρεάν και όλα γίνονταν με την απαραίτητη ησυχία: βρισκόμασταν σε βιβλιοθήκη, έπρεπε να συμπεριφερθούμε ανάλογα.
Ηταν σαν να κρυφοκοιτάς ένα προσωπικό φωτογραφικό άλμπουμ: Εβραίοι παππούδες από την ανατολική Ευρώπη, οικογενειακές στιγμές σε καλοκαιρινά θέρετρα, με γρανίτες και παιδικά χαμόγελα (η περίφημη φωτογραφία του Χέρμαν Ροθ με τους δύο γιους του, που κοσμεί το εξώφυλλο της «Πατρικής κληρονομιάς» ξεχωρίζει), σχολικές φωτογραφίες με ’50s αποχρώσεις, ο Ροθ στρατιώτης, αλλά και... ηθοποιός σε φοιτητική θεατρική παράσταση το 1952, και βέβαια, φωτογραφίες με συγγραφείς με τους οποίους είχε συγχρωτιστεί: Κούντερα, Κλίμα, Φουέντες, Μάνεα, Απελφελντ, Στάιρον, Πρίμο Λέβι, Μπέλοου, Πλαντ κ.ά. Ούτε μία φωτογραφία με συζύγους ή συντρόφους – με εξαίρεση μια τρυφερή στιγμή με έναν νεανικό έρωτα...
Κάπως έτσι καταγράφεται στο περιθώριο της γραφής η ιστορία μιας ζωής αλλά και μιας εποχής, σε μια φάση κατά την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται ότι «έσπασε την πένα του», οριστικά και αμετάκλητα. Αναμένοντας εν Ελλάδι την επανέκδοση του σπαρακτικού μυθιστορήματος «Το θέατρο του Σάμπαθ» (εκδ. Πόλις), μένει κανείς με μια γεύση νοσταλγίας την οποία πρέπει να αισθάνεται και ο ίδιος ο Ροθ.
«Εκανα ό,τι μπορούσα» Οταν τον Απρίλιο του 2008 τον ακούσαμε ζωντανά στο Κολούμπια (για τα 75 του χρόνια τότε) να ανατρέχει στα νιάτα του, τόνισε πόσο γρήγορα κυλάει ο χρόνος. «Ας το επαναλάβουμε το αποψινό σε είκοσι πέντε χρόνια, το 2033», είχε πει τότε, γελώντας γλυκόπικρα. «Θα εκπλαγείτε με το πόσο γρήγορα θα φτάσει», κατέληξε και σιώπησε μελαγχολικά. Σαν να μην του ταιριάζει η σιγή και η απουσία. Λέει για τον καταραμένο ήρωά του Μίκι Σάμπαθ, ο οποίος προπαθεί να αυτοκτονήσει αλλά διστάζει: «Πώς να ’φευγε; Πού να πήγαινε; Ολα όσα μισούσε ήταν εδώ». Σε αντίθεση με τον ήρωά του όμως, ο Ροθ έχει μια κάποια γαλήνη. Οπως είχε δηλώσει πριν από ενάμιση χρόνο στη δημοσιογράφο Μαριλένα Αστραπέλλου («Πρόσωπα», εκδ. Πόλις): «Δεν έχω πλέον ντροπή, δεν έχω τίποτε να κρύψω». Η δημοσιογράφος αναρωτιέται: Είναι, λοιπόν, ένας άνθρωπος ικανοποιημένος; Οπου ο Ροθ απαντάει: «Πρέπει να είμαι. Εκανα ό,τι μπορούσα».
Πηγή: Η Καθημερινή
Δημοσιεύτηκε στις 07/09/2013

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire