ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

dimanche 20 novembre 2011

Γερμανία - Η επιστροφή των νεοναζί


Κάκη Μπαλή
Αν υπάρχει κάτι που αναστατώνει την πολιτική και πνευματική ελίτ της Γερμανίας είναι το ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με την ακροδεξιά τρομοκρατία. Και μάλιστα τόσο ξεκάθαρα ώστε να μην μπορεί να την αγνοήσει ή έστω να την αποδραματικοποιήσει ως κάτι «μεμονωμένο», όπως κάνει συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Παντού υπάρχουν ομάδες νεοναζί στην Ευρώπη, αλλά η ύπαρξή τους στη Γερμανία είναι πιο επώδυνη, καθώς η πατρίδα των πραγματικών ναζί αισθάνεται ντροπή όταν το παρελθόν αναβιώνει, έστω και σε περιθωριακό επίπεδο.

Την εβδομάδα που πέρασε το πρώτο θέμα στη γερμανική επικαιρότητα και τη δημόσια συζήτηση δεν ήταν ούτε η κρίση του ευρώ, ούτε οι υποβαθμίσεις των γερμανικών τραπεζών, ούτε καν η -μάλλον γενικόλογη και ελάχιστα καλοδεχούμενη- πρόταση της κυβέρνησης για αναμόρφωση του συστήματος περίθαλψης αναπήρων και ασθενών με άνοια. Το πρώτο θέμα ήταν η αποκάλυψη ενός δικτύου ακροδεξιάς τρομοκρατίας, με έναν εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο, που σύντομα θα γίνει σενάριο για ταινία. Δύο άντρες και μια γυναίκα οι πρώτοι αυτόχειρες, η δεύτερη εδώ και λίγες μέρες υπό κράτηση, κατάφεραν επί 13 χρόνια να σκοτώσουν τουλάχιστον 10 άτομα -ξένους ιδιοκτήτες μικρομάγαζων και μια αστυνομικό- να ληστέψουν τράπεζες, να βάλουν βόμβες, χωρίς να τους εντοπίσει κανείς. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστοί νεοναζί, μέλη της οργάνωσης «Προστασία της Πατρίδας», ότι είχε ασχοληθεί μαζί τους η αστυνομία, ότι είχε ψάξει κάποτε τα σπίτια τους και υποτίθεται ότι επί 13 χρόνια τους καταζητούσε για δευτερεύοντα εγκλήματα. Κι ακόμη χειρότερα, παρά το γεγονός ότι η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος -ένα είδος γερμανικής ΕΥΠ- έχει στο μισθολόγιό της τουλάχιστον 100 πληροφοριοδότες στις ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας.
Στη Γερμανία είναι πολύ δύσκολο να ζεις «λαθραία», να κινείσαι χωρίς χαρτιά, να νοικιάζεις σπίτι, να οδηγείς αυτοκίνητο κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διωκτικές αρχές και οι μυστικές υπηρεσίες καταφέρνουν συχνά - πυκνά να εντοπίζουν πυρήνες ακροαριστερής ή ισλαμικής τρομοκρατίας. Το ότι απέτυχαν επί 13 συναπτά έτη να εξιχνιάσουν τα εγκλήματα του νεοναζιστικού τρίο -που μπορεί να μην είναι απλά τρίο- εγείρει πολύ δυσάρεστα ερωτήματα, τα οποία κυριαρχούν εδώ και μία εβδομάδα στη δημόσια συζήτηση. Είναι το γερμανικό κράτος «τυφλό από το δεξί μάτι», όπως εδώ και χρόνια το κατηγορούν ακόμη και μέλη του γερμανικού κοινοβουλίου; Τι χρειάζονται όλοι αυτοί οι πληροφοριοδότες; Μήπως απλώς χρησιμοποιούν τα λεφτά των φορολογουμένων που τους δίνουν για να ενισχύουν τις ακροδεξιές οργανώσεις, όπως έχουν παραδεχτεί κάποιοι από αυτούς; Πριν από μερικά χρόνια, το 2003, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε μπλοκάρει την απαγόρευση του ακροδεξιού κόμματος NPD, κυρίως επειδή αποκαλύφθηκε ότι αρκετά από τα στελέχη του ήταν «φυτεμένοι» από την Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος. Μήπως, λοιπόν ήρθε η ώρα, να αλλάξει αυτή η πρακτική και να απαγορευτεί το κόμμα;
Οι πολιτικοί -κυρίως οι υπουργοί Εσωτερικών των κρατιδίων και ο ομοσπονδιακός ομόλογός τους- το έχουν ρίξει στον ακτιβισμό. Στριμωγμένοι -και κάποιοι ειλικρινά ντροπιασμένοι- από αυτά τα 13 χρόνια της απραξίας, προτείνουν τώρα τη δημιουργία ενός κεντρικού αρχείου πληροφοριών για την ακροδεξιά, αντίστοιχο με αυτά που υπήρξαν για τη RAF και υπάρχουν τώρα για την ισλαμική τρομοκρατία.


Το χρονικό του ακροδεξιού τρόμου
Η υπόθεση των «φόνων του κεμπάπ», όπως ονομαζόταν μέχρι πρόσφατα, καθώς τα περισσότερα θύματα ήταν Τούρκοι ιδιοκτήτες μικρών εστιατορίων, θα απασχολεί πολύ καιρό τη Γερμανία. Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1998 στην Ιένα της Θουριγγίας με την ανακάλυψη ολόκληρου εργαστηρίου κατασκευής βομβών σε ένα γκαράζ. Ενοικιαστές ήταν το περιβόητο νεοναζιστικό τρίο Ούβε Μπέχαρντ, Ούβε Μούντλος και Μπεάτε Τσέπε, το οποίο καταφέρνει και διαφεύγει. Σύμφωνα με τα γερμανικά ΜΜΕ η αστυνομία θα μπορούσε να συλλάβει την Τσέπε, αλλά δεν το έκανε.
Ένα χρόνο αργότερα το 1999 σε πολλές ανατολικογερμανικές πόλεις γίνονται 14 ληστείες σε τράπεζες. Οι δράστες μένουν ασύλληπτοι.
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 2000 δολοφονείται στη Νυρεμβέργη ένας Τούρκος ιδιοκτήτης ανθοπωλείου. Μέχρι τον Απρίλιο του 2006 ακολουθούν 8 δολοφονίες, επτά Τούρκων και ενός Έλληνα, με το ίδιο όπλο και με τον ίδιο τρόπο: πυροβολισμός στο κεφάλι από κοντά.
Στις 25 Απριλίου του 2007 δολοφονείται στη Χάιλμπρον μια 22χρονη αστυνομικός και τραυματίζονται σοβαρά δύο συνάδελφοί της. Στο περιπολικό βρέθηκαν άγνωστα ίχνη. Την δολοφονία αναλαμβάνει να εξιχνιάσει η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία. Από το 2007 μέχρι και το 2009 η ομοσπονδιακή αστυνομία συγκεντρώνει στοιχεία και κυνηγά ένα φάντασμα “μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο” που κατηγορείται για πάνω από 35 ποινικά αδικήματα.
Για ένα διάστημα επικρατεί κάποια ηρεμία και, φέτος, την 1η Νοεμβρίου του 2011, στο Ντέμπελν, κοντά στη Λειψία, δολοφονείται με τον ίδιο τρόπο ένας Τούρκος εστιάτορας. Οι δράστες διαφεύγουν και πάλι. Η αστυνομία δεν γνωρίζει εάν πρόκειται για τους ίδιους δράστες.
Στις 4 Νοεμβρίου του 2011 γίνεται μια ληστεία σε τράπεζα στο Άιζεναχ, κοντά στην Ερφούρτη, και η αστυνομία ανακαλύπτει σε ένα καμένο τροχόσπιτο τους νεοναζί Ούβε Μούντλος και Ούβε Μπέχαρντ, που είχαν διαπράξει τη ληστεία. Την ίδια μέρα στο Τσβίκαου το σπίτι που έμενε το νεοναζιστικό τρίο πιάνει φωτιά και γίνεται έκρηξη. Η αστυνομία βρίσκει στα ερείπια το πιστόλι που δολοφονήθηκε η αστυνομικός από το Χάιλμπρον, ενώ στο καμένο τροχόσπιτο μαζί με τα πτώματα των νεοναζί ανακαλύπτει τα υπηρεσιακά πιστόλια της δολοφονημένης αστυνομικού και των συναδέλφων της.
Στις 8 Νοεμβρίου η Μπεάτε Τσέπε παραδίνεται στην αστυνομία και δηλώνει ότι αυτή προκάλεσε την έκρηξη του σπιτιού στο Τσβίκαου. Μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει καμία άλλη αποκάλυψη.
Την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου του 2011 η ομοσπονδιακή εισαγγελία κάνει γνωστό ότι η δολοφονία της αστυνομικού στο Χάιλμπρον και οι δολοφονίες των ξένων επιχειρηματιών έγιναν από την ίδια ομάδα. Δηλώνουν επίσης ότι στα ερείπια του σπιτιού βρέθηκαν πολλά ίχνη και αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και «ταυτότητες κάλυψης» πρακτόρων της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος. Έκτοτε τρέχουν οι έρευνες για πιθανούς συνεργάτες, γίνονται συλλήψεις, «ξεσκονίζονται» ανεξιχνίαστες βομβιστικές επιθέσεις και κλιμακώνεται η δημόσια συζήτηση για το πώς θα αντιμετωπιστεί η ακροδεξιά τρομοκρατία.

Πηγή: Η Αυγή
Δημοσιεύτηκε στις 20/11/2011

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire