ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Βιβλίο - Ενας ενδελεχής αναγνώστης φιλοσοφικών και στοχαστικών κειμένων φωτίζει ελκυστικά τη διαλεκτική διάσταση της αναγνωστικής λειτουργίας


Η ανάγνωση είναι διαλεκτικός αγώνας

Ο Παντελής Μπασάκος, ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, ξεφυλλίζει τις αναγνωστικές του μέρες και περνάει τον σελιδοδείκτη, από την παιδική ηλικία και δώθε, στον «Χωκ Φιν», στον «Μόμπυ Ντικ», στους Πλατωνικούς Διαλόγους και στις «Φιλοσοφικές έρευνες» του Βιτγκενστάιν. 

basakos.jpg

Παντελής ΜπασάκοςΟ Παντελής Μπασάκος
Φωτ: Κατερίνα Αγγελοπούλου


Επιμέλεια: Μισέλ Φάις


Βιβλία
Παιδικό διάβασμα. Σε γιορτή μου, γύρω στα δέκα, λαβαίνω δώρο τον Χωκ Φιν του Τουέιν, βιβλίο πανέμορφο, με κίτρινο εξώφυλλο.
Σαν από χαραμάδα γλίστρησα εκτός εορτής και πέρασα το υπόλοιπο βράδυ διαβάζοντάς το.
Πρώτο μου βιβλίο, ουσιαστικά, πέρα από Ιουλίους Βερν και τα λοιπά, ο Χωκ Φιν. Δεν το έχω ξαναδιαβάσει από τότε, όμως θυμάμαι ακόμα καθαρά σκηνές και φράσεις.

Φοιτητής είχα στο προσκέφαλο τον Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ. Η παρότρυνση να τον διαβάσω, μα και το ίδιο το βιβλίο, η έκδοση του 1930 με τις ξυλογραφίες του Ρόκβελ Κεντ, ήταν δώρο από καλό φίλο εκείνης της εποχής.
Το διάβαζα με αφελή λατρεία, πρόφερα το κείμενο δυνατά -είναι ηχοποιός ο Μέλβιλ-, προσπαθούσα να διαβάσω κάθε ένα από τα μικρά του κεφάλαια σαν να ήταν τίποτε μυστηριώδες σκάλισμα σε βράχο, που ζητάει Κύριος οίδε ποιαν ερμηνεία. Μα πιο πολύ με σκανδάλιζε το πώς τα κεφάλαια αυτά, αυτοτελή και σχεδόν κλειστά στον εαυτό τους, μπορούν και συντίθενται σε ενιαία αφήγηση, διαδοχικές εικόνες που ιστορούν τον βίο ήρωα ή αγίου – ο Εϊχαμπ έχει και από τα δυο με έναν τρόπο.
Δύο βιβλία που ξεκίνησα να τα διαβάζω ήδη πριν από τα χρόνια των σπουδών τα ξαναδιαβάζω, πραγματικά ή νοερά, έως τώρα: τον Πλάτωνα (στην αρχή διάβαζα με πάθος τους πρώιμους κυρίως διαλόγους και τον Σοφιστή, αργότερα κατάλαβα πως είναι ενιαίο το έργο του, σαν να ήταν όλοι οι διάλογοι ένα βιβλίο) και τις Φιλοσοφικές Ερευνες του Βιτγκενστάιν.
Είναι τα βιβλία που με κράτησαν στην ανάγνωση με αγωνία να τα καταλάβω.
Εμαθα να διαβάζω φιλοσοφία με τα βιβλία αυτά, ως αυτοδίδακτος σχεδόν - γιατί στην Αθήνα του τέλους του ’60, ακόμα και αν ήσουν, όπως εγώ, γραμμένος σε τμήμα φιλοσοφικό, φιλοσοφία μόνο ως αυτοδίδακτος μπορούσες να μάθεις.
Με έμαθαν φιλοσοφία όχι τόσο χάρη στο δογματικό τους περιεχόμενο – άλλωστε μόνον η βιαστικά γραμμένη ιστορία της φιλοσοφίας «κατορθώνει» να συνοψίσει τον Πλάτωνα σε κάτι λίγες θέσεις, το ίδιο ισχύει και για τον Βιτγκενστάιν.
Στους συγγραφείς αυτούς το έργο είναι εργαστήριο, που παράγει μεν θεωρήματα και υποστηρίζει θέσεις, συνάμα όμως παραμένει ανοιχτό, με τα εργαλεία σαν να ήταν πάνω στον πάγκο, στη διάθεση του αναγνώστη, αν είναι και αυτός διαθέσιμος για τέτοια εργασία.
Με αγωνία για να καταλάβω. Ενα θεωρητικό έργο που επιβεβαιώνει ό,τι ξέρεις και πιστεύεις προτού να το ανοίξεις δεν αξίζει ούτε και χρειάζεται να διαβαστεί.
Διαβάζω ένα θεωρητικό έργο σημαίνει συζητώ με αυτό, ελέγχω, δέχομαι ή απορρίπτω τα όσα μου προτείνει· είναι διαλεκτικός αγώνας με τον συγγραφέα η ανάγνωση και αγωνία, γιατί εδώ ο αναγνώστης βρίσκεται εξ ορισμού σε θέση μειονεκτική, είναι αυτός που πάντα δεν έχει χρόνο.
Ο Διογένης Λαέρτιος αφηγείται την ιστορία του Διοδώρου Κρόνου, σπουδαίου λογικού αναλυτή και συνάμα σοφιστή, δηλαδή περφόρμερ της ζωντανής προφορικής επίδειξης, ο οποίος έσβησε από τον καημό του, όταν σε επίδειξη και αγώνα λόγου δεν μπόρεσε να αναλύσει και να αποφύγει τη διαλεκτική παγίδα που του είχε στήσει ο αντίπαλος. Δεν μπόρεσε, εδώ σημαίνει, δεν πρόλαβε, εκείνη τη στιγμή. Εφυγε λοιπόν ο Διόδωρος από την εορτή, που μέρος της ήταν ο διαλεκτικός αγών, κάθισε και έγραψε μια πραγματεία, στην οποία ανέλυε το πρόβλημα επαρκώς, μελαγχόλησε και πέθανε, μας λέει ο δοξογράφος.
Ο συγγραφέας που αξίζει να διαβαστεί είναι προς τον αναγνώστη όπως ο αντίπαλος προς τον Διόδωρο εκείνη την άτυχη στιγμή: αυτός είχε όλον τον χρόνο να ετοιμαστεί έτσι ώστε να προλάβει τον έλεγχο, την κρίση μας, πάντα στριμωγμένη στον χρόνο της ανάγνωσης.
Μόνο ο χρόνος της συγγραφής μπορεί να τα βγάλει πέρα με μια τόσο καλή προετοιμασία, μας λέει η ιστορία του Διοδώρου, όχι αυτός της προφορικής συνομιλίας - ή της ανάγνωσης, συμπληρώνω εγώ.
Οι Διάλογοι του Πλάτωνα είναι διαφορετικοί: επειδή ακριβώς τα εργαλεία της κατασκευής του έργου είναι «πάνω στον πάγκο», διαβάζοντας Πλάτωνα είσαι, ή πιστεύεις πως είσαι, μέρος της διαδικασίας της συγγραφής: στους πρώιμους, τους απορητικούς, διαλόγους, λ.χ., φτάνεις μαζί με τους «πρωταγωνιστές» του έργου στην ίδια απορία, με διαλεκτικές κινήσεις, σκέψεις και επιχειρήματα, που είναι σαν να τα πραγματοποιήσατε μαζί.
Ο Πλάτων δεν σε αφήνει να σχηματίσεις ανταγωνισμό με τον συγγραφέα – μα με ποιον συγγραφέα, είναι τόσα πολλά τα πρόσωπα που παίρνει ο λόγος.
Θεμιτή καχυποψία: ετούτη η έκλειψη του εγώ του συγγραφέα ίσως είναι το ύστατό του τέχνασμα, δίνει την αίσθηση αυτονομίας στον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλει τη δική του ερωτηματοθεσία, τις δικές του προτεραιότητες, παίρνοντας έτσι απρόσκοπτα αυτά που θέλει.
Ομως ακόμα και έτσι, το κείμενο του Πλάτωνα, ως εργαστήριο, δίνει πολύ περισσότερα από αυτά που παίρνει: σε τούτο το εργαστήριο γεννιέται αυτό που από τότε ονομάζουμε φιλοσοφία, εδώ σχηματίζεται αυτό το παιχνίδι, επινοούνται οι κανόνες του, παίζονται οι πρώτες παρτίδες.
Ακόμα και όταν έρθει η στιγμή η φιλοσοφία ως τέτοια να αμφισβητηθεί, με τρόπο ριζικό, η αμφισβήτηση αυτή θα διεξαχθεί σε έργο αυτοαναιρούμενο και διαλογικό, που είναι και το ίδιο εργαστήριο ανοιχτό, σε έργο δηλαδή που με τον τρόπο του μιμείται το πλατωνικό: στις Φιλοσοφικές Ερευνες του Βιτγκενστάιν.
► Τελευταίο εκδοτικό ίχνος του Π. Μπασάκου είναι η «Τέχνη Ρητορική» (σε μετάφραση, εισαγωγή και επιμέλεια δική του, Νησίδες, 2016)

Πηγή: www.efsyn.gr
Δημοσιεύτηκε στις 29/06/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου