ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ
Εποικισμός και μετανάστευση
Του Άριστου Μιχαηλίδη
ΗΤΑΝ δεδομένο εξαρχής ότι το θέμα των εποίκων θα ήταν από τα δυσκολότερα στις συνομιλίες και τώρα, που άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις αποδεικνύεται ότι θα είναι από τα ζητήματα, στα οποία δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί χρυσή τομή στην υφιστάμενη διαδικασία. Εκτός κι αν η ελληνοκυπριακή πλευρά αποφασίσει να αποδεχτεί όλες τις παράλογες απαιτήσεις της Άγκυρας, η οποία δεν είναι μόνο στους Ελληνοκύπριους, αλλά και στους Τουρκοκύπριους που επέβαλε τον εποικισμό ως μέσο εφαρμογής στην Κύπρο της νεοθωμανικής πολιτικής της.
Στο τραπέζι των συνομιλιών η τουρκική πλευρά δεν αποδέχεται καν ότι υπάρχει ζήτημα εποικισμού, η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να συζητήσει θέμα μετανάστευσης, ιθαγένειας, αλλοδαπών και ασύλου, μέσα στο οποίο η ελληνοκυπριακή πλευρά (από μόνη της) θεωρεί ότι εντάσσεται κι ο εποικισμός. Ξεκαθαρίζει μάλιστα, η τουρκική πλευρά, ότι δεν πρόκειται να συζητήσει αποχώρηση οποιουδήποτε κατέχει την ιθαγένεια του ψευδοκράτους, έστω κι αν αυτοί δεν είναι αποδεχτοί ούτε από τους Τουρκοκύπριους, έστω κι αν γνωρίζει όλος ο κόσμος ότι υπήρξαν εποχές (και επί Ταλάτ) που δόθηκαν ιθαγένειες σε εποίκους μαζικά, κατά δεκάδες χιλιάδες και υπό την απειλή της Άγκυρας ότι αν δεν το έκαναν θα τους έκοβε τα εμβάσματα. Ακόμα και η πρόταση για ταυτόχρονη διενέργεια απογραφής, στις ελεύθερες και στις κατεχόμενες περιοχές, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ούτως ώστε να ξέρουν οι συνομιλητές για τι αριθμούς μιλούν, απορρίπτεται ασυζητητί.
Όμως αυτή η κάθετη αντίθεση της τουρκικής πλευράς ήταν γνωστή πριν καν αρχίσουν οι (απευθείας) συνομιλίες. Όταν ο Ταλάτ συμφωνούσε με τον Πρόεδρο Χριστόφια τη σύσταση ομάδων εργασίας που θα βοηθούσαν το έργο τους αλλά αρνήθηκε να δεχθεί τη σύσταση εργασίας για τον εποικισμό. Η ελληνοκυπριακή πλευρά το δέχτηκε αυτό για να μην χαλάσει το κλίμα και το μομέντουμ. Μετά, κατά τις συνομιλίες δέχτηκε και τον όρο «κεφάλαιο μετανάστευσης, ιθαγένειας, αλλοδαπών και ασύλου», λες και το έγκλημα πολέμου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, μέσα στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής για τις Σριλανκέζες, τις Κινέζες και τους Πακιστανούς εργαζόμενους. Και φυσικά, δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ούτε το προκαταβολικό «δώρο» αποδοχής 50.000 εποίκων, έκαμψε την τουρκική αδιαλλαξία.
Με δεδομένη την τουρκική αδιαλλαξία επί του θέματος και επειδή ο Πρόεδρος Χριστόφιας, κατηγορεί συχνά τους υπόλοιπους ότι «αντί να επικρίνουν την Τουρκία για την αδιάλλακτη στάση της (…) επικρίνουν τον Πρόεδρο ότι φταίει η στρατηγική του Προέδρου και ότι φταίει ο Πρόεδρος» (20/3/2011), διερωτώμεθα τι είναι λογικό να κάνουμε τώρα, που βρισκόμαστε μπροστά στο αποτέλεσμα της στρατηγικής του Προέδρου; Δεν είναι λογικό να κριθεί αυτή η στρατηγική; Προπάντων, όταν συνεχίζεται η ίδια χωρίς να υπάρχει προοπτική για να ανατρέψει την πορεία των κακών αποτελεσμάτων;
Ακόμα και στην περίπτωση που ο εποικισμός δεν αποτελεί κόκκινη γραμμή για την πλευρά μας (διότι πολλοί σκέφτονται ότι αν συμφωνήσουμε στα υπόλοιπα, ας μείνει να εκκρεμεί αυτό το κεφάλαιο) πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι δεν υπάρχει συμφωνία ούτε στα εύκολα κεφάλαια, ενώ στα δύσκολα υπάρχει χάος… Δεν θα χρειαζόταν καμιά ειδική στρατηγική, αν η ηγεσία μας ήταν αποφασισμένη να θέτει τα ζητήματα όπως είναι ακριβώς και όχι όπως θα ήθελε να είναι. Ο εποικισμός, για παράδειγμα, είναι διεθνές έγκλημα πολέμου, δεν μπορεί να αποδεχόμαστε ότι είναι ζήτημα μετανάστευσης και μετά να μιλάμε μεταξύ μας για την τουρκική αδιαλλαξία… aristosm@phileleftheros.com
Στο τραπέζι των συνομιλιών η τουρκική πλευρά δεν αποδέχεται καν ότι υπάρχει ζήτημα εποικισμού, η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να συζητήσει θέμα μετανάστευσης, ιθαγένειας, αλλοδαπών και ασύλου, μέσα στο οποίο η ελληνοκυπριακή πλευρά (από μόνη της) θεωρεί ότι εντάσσεται κι ο εποικισμός. Ξεκαθαρίζει μάλιστα, η τουρκική πλευρά, ότι δεν πρόκειται να συζητήσει αποχώρηση οποιουδήποτε κατέχει την ιθαγένεια του ψευδοκράτους, έστω κι αν αυτοί δεν είναι αποδεχτοί ούτε από τους Τουρκοκύπριους, έστω κι αν γνωρίζει όλος ο κόσμος ότι υπήρξαν εποχές (και επί Ταλάτ) που δόθηκαν ιθαγένειες σε εποίκους μαζικά, κατά δεκάδες χιλιάδες και υπό την απειλή της Άγκυρας ότι αν δεν το έκαναν θα τους έκοβε τα εμβάσματα. Ακόμα και η πρόταση για ταυτόχρονη διενέργεια απογραφής, στις ελεύθερες και στις κατεχόμενες περιοχές, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ούτως ώστε να ξέρουν οι συνομιλητές για τι αριθμούς μιλούν, απορρίπτεται ασυζητητί.
Όμως αυτή η κάθετη αντίθεση της τουρκικής πλευράς ήταν γνωστή πριν καν αρχίσουν οι (απευθείας) συνομιλίες. Όταν ο Ταλάτ συμφωνούσε με τον Πρόεδρο Χριστόφια τη σύσταση ομάδων εργασίας που θα βοηθούσαν το έργο τους αλλά αρνήθηκε να δεχθεί τη σύσταση εργασίας για τον εποικισμό. Η ελληνοκυπριακή πλευρά το δέχτηκε αυτό για να μην χαλάσει το κλίμα και το μομέντουμ. Μετά, κατά τις συνομιλίες δέχτηκε και τον όρο «κεφάλαιο μετανάστευσης, ιθαγένειας, αλλοδαπών και ασύλου», λες και το έγκλημα πολέμου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, μέσα στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής για τις Σριλανκέζες, τις Κινέζες και τους Πακιστανούς εργαζόμενους. Και φυσικά, δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ούτε το προκαταβολικό «δώρο» αποδοχής 50.000 εποίκων, έκαμψε την τουρκική αδιαλλαξία.
Με δεδομένη την τουρκική αδιαλλαξία επί του θέματος και επειδή ο Πρόεδρος Χριστόφιας, κατηγορεί συχνά τους υπόλοιπους ότι «αντί να επικρίνουν την Τουρκία για την αδιάλλακτη στάση της (…) επικρίνουν τον Πρόεδρο ότι φταίει η στρατηγική του Προέδρου και ότι φταίει ο Πρόεδρος» (20/3/2011), διερωτώμεθα τι είναι λογικό να κάνουμε τώρα, που βρισκόμαστε μπροστά στο αποτέλεσμα της στρατηγικής του Προέδρου; Δεν είναι λογικό να κριθεί αυτή η στρατηγική; Προπάντων, όταν συνεχίζεται η ίδια χωρίς να υπάρχει προοπτική για να ανατρέψει την πορεία των κακών αποτελεσμάτων;
Ακόμα και στην περίπτωση που ο εποικισμός δεν αποτελεί κόκκινη γραμμή για την πλευρά μας (διότι πολλοί σκέφτονται ότι αν συμφωνήσουμε στα υπόλοιπα, ας μείνει να εκκρεμεί αυτό το κεφάλαιο) πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι δεν υπάρχει συμφωνία ούτε στα εύκολα κεφάλαια, ενώ στα δύσκολα υπάρχει χάος… Δεν θα χρειαζόταν καμιά ειδική στρατηγική, αν η ηγεσία μας ήταν αποφασισμένη να θέτει τα ζητήματα όπως είναι ακριβώς και όχι όπως θα ήθελε να είναι. Ο εποικισμός, για παράδειγμα, είναι διεθνές έγκλημα πολέμου, δεν μπορεί να αποδεχόμαστε ότι είναι ζήτημα μετανάστευσης και μετά να μιλάμε μεταξύ μας για την τουρκική αδιαλλαξία… aristosm@phileleftheros.com
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire