Τα αποτελέσματα μιας πολιτικής ουτοπίας
Του Χρήστου Ψιλογένη
Όταν πριν τέσσερα χρόνια, πολιτικοί αναλυτές από όλους τους ιδεολογικούς χώρους, της αριστεράς περιλαμβανομένης, προειδοποιούσαν για τους κινδύνους από μια διαπραγματευτική βάση που έμοιαζε με τον φούρνο του Χότζα, η κυβερνητική χορωδία τούς χαρακτήριζε συλλήβδην σοβινιστές και εξτρεμιστές, ενώ η συμπολιτευόμενη ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλειοδοτούσε κρατώντας το ίσο! Γιατί και οι δύο πίστευαν πως μια πασιφανής διεθνής απάτη, θα μπορούσε, με τις συνεχείς παραχωρήσεις της πλευράς μας και τις πολιτικές ταχυδακτυλουργίες του Ντάουνερ, να μετατραπεί σε πολιτική πανάκεια. Τώρα, ο μεν πρόεδρος της Δημοκρατίας παραδέχεται ότι οι συνομιλίες καρκινοβατούν γιατί αντί για τα αντίδωρα που ανέμενε, ο Έρογλου, αξιώνει νέες παραχωρήσεις ακόμα και στα ήδη συμφωνηθέντα, ο δε πρόεδρος του ΔΗ.ΣΥ, διεκδικεί την προεδρία όχι γιατί διαφωνεί, αλλά απλώς γιατί πιστεύει πως μπορεί καλύτερα! Ακόμα και ο τόσο υπομονετικός Άντρος Κυπριανού, κατηγόρησε τον Ντάουνερ ότι αντί να πιέσει τον κατακτητή, πιέζει το θύμα του. Βρισκόμαστε λοιπόν, κατά γενική ομολογία, μπροστά στα ερείπια μιας πολιτικής με την οποία η κυβέρνηση πίστεψε πως μπορούσε να διεξαγάγει κυπριακής ιδιοκτησίας διαπραγματεύσεις, με το βρόχο της ξένης κατοχής στο λαιμό μας, βαφτίζοντάς τον εποικισμό σε μετανάστευση, την τουρκική εισβολή σε διακοινοτική διαφορά και το προσφυγικό με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, σε προϊόντα μόνιμων εκπτώσεων! Ακόμα και όταν εκτός από τις εκ των προτέρων προειδοποιήσεις, δέχθηκε και τις εκ των υστέρων ψυχρολουσίες, με το «σοσιαλιστή» Ταλάτ να υποβάλλει καθαρά διχοτομικές προτάσεις και τον εθνικιστή Έρογλου να αξιώνει δύο κράτη για δύο διαφορετικούς λαούς, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της Άγκυρας, η κυβέρνησή μας, αντί για φρένο, πατούσε γκάζι. Ακόμα και τις ολοφάνερες τρικλοποδιές του Ντάουνερ, τις θεωρούσε τυχαία ολισθήματα, μέχρι που αυτά έγιναν κατολισθήσεις. Αλλά και τώρα που οι κατολισθήσεις εξελίσσονται σε χιονοστιβάδα, με κίνδυνο από τις συνεχείς εκπτώσεις να οδηγηθούμε στο οριστικό ξεπούλημα, συγκάλεσε το εθνικό συμβούλιο, όχι για να τη βοηθήσει στην αναζήτηση μιας νέας πολιτικής, αλλά για να διεκπεραιώσει, αυτήν που ήδη χρεοκόπησε! Φυσικά, δεν είναι εύκολο για μια κυβέρνηση να απορρίψει μια πολιτική τεσσάρων ετών, που ακόμα θεωρεί ευαγγέλιο. Είναι όμως αναγκαίο. Και αν δεν επιδιώκει ακόμα το τσιμέντωμά του ναι, προβάλλοντας το σχέδιο Ανάν ως το μη χείρον, από τα χειρότερα που προκάλεσαν τα λάθη της, οφείλει, έστω και τώρα, να δει την αδιέξοδη πραγματικότητα. Και με βάση αυτήν, είτε να ζητήσει αναβολή μιας συνάντησης διπλά παγιδευμένης, είτε να μιλήσει τη γλώσσα της δικαιοσύνης και της αξιοπρέπειας. Υποβάλλοντας προς τον ΓΓκαι το Συμβούλιο Ασφαλείας, τεκμηριωμένο υπόμνημα, με το οποίο να υπενθυμίζει την παρανομία της εισβολής-κατοχής, τη βαρβαρότητα του εκτοπισμού 200.000 Κυπρίων, το συνεχιζόμενο έγκλημα του εποικισμού και τη μεθοδευμένη καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τέλος, να υπενθυμίσει τις συνεχείς της δωρεές, στις οποίες ο τουρκικός ιμπεριαλισμός απαντούσε πάντα με νέες αξιώσεις. Και στο τελεσίγραφο για λύση μέχρι την πρώτη Ιουλίου, να απαντήσει καταφατικά, αν η Τουρκία δεχθεί πρώτα να αποσύρει τα κατοχικά στρατεύματα και τους εποίκους της. Για να τερματιστεί ο μακροχρόνιος εμπαιγμός και ν’ αρχίσουν επιτέλους διαπραγματεύσεις. Φυσικά η λύση μπορεί να επισπευσθεί, αν αντί να παραδώσουμε στην Άγκυρα την οικονομία μας και την κρατική μας υπόσταση, όπως εισηγούνται μερικοί αφελείς, ανταλλάξουμε, μαζί με την Ελλάδα και το Ισραήλ, τα κοιτάσματα φυσικού αερίου μας με τα κεφάλαια και την ασφάλεια της ΕΕ, της Ρωσίας και των ΗΠΑ.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire