Από τους γκασταρμπάιτερ στη διαρροή επιστημονικού δυναμικού
Των : Ντίνα Ρηγοπούλου - Θανάσης Χ. Θεοδώρου
Η μετανάστευση νέων ανθρώπων, κυρίως πτυχιούχων για εργασία στο εξωτερικό, χωρίς να είναι καινούργιο φαινόμενο για τη χώρα μας, αρχίζει να παίρνει τον τελευταίο καιρό διαστάσεις επιδημίας. Παρότι τις τελευταίες δεκαετίες, η ιδέα της εγκατάστασης στο εξωτερικό για εργασία έστω και για περιορισμένο διάστημα, ήταν ιδιαίτερα θελκτική ανάμεσα στους ανθρώπους με ανώτατη εκπαίδευση, κυρίως για λόγους απόκτησης εμπειριών αλλά και διεύρυνσης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου, στις μέρες μας φαίνεται να μετατρέπεται στη μόνη ρεαλιστική επιλογή για επαγγελματική αποκατάσταση.
Το φαινόμενο αυτό, οι αιτίες του αλλά και οι συνέπειες του, τόσο στην οικονομική όσο και στην κοινωνική δυνατότητα ανάπτυξης της χώρας, μελετήθηκε από τον κ. Λόη Λαμπριανίδη, οικονομικό γεωγράφο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τα αποτελέσματα της έρευνάς του παρουσιάζονται στο βιβλίο «Επενδύοντας στην φυγή» από τις εκδόσεις Κριτική. Από την έρευνα αυτή προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία στα οποία αξίζει να σταθεί κανείς με προσοχή.
Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι το φαινόμενο της διαρροής επιστημονικού δυναμικού, οι αιτίες του και οι συνέπειες του φωτίζουν καίριες πλευρές του γενικότερου αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας αλλά και των διαφορετικών επιλογών αντιμετώπισής του· το οποίο στο πλαίσιο του βαθέματος της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία και της παράλληλης αδυναμίας του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος να την αντιμετωπίσει, οφείλει να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η διαρροή επιστημονικού δυναμικού από την Ελλάδα προς πιο ανεπτυγμένες χώρες δεν οφείλεται στην κρατούσα γενικά άποψη περί υπερπροσφοράς επιστημονικού προσωπικού, αλλά αντίθετα στην αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να την απορροφήσει. Όπως χαρακτηριστικά μας μετέφερε ο συγγραφέας «Αναμφίβολα στην Ελλάδα υπάρχει αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού […] Όμως, η αναντιστοιχία αυτή, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα της «υπερεκπαίδευσης» των Ελλήνων. Δεν προκύπτει «υπερεκπαίδευση» των Ελλήνων με βάση τις διεθνείς συγκρίσεις […] θα πρέπει να ερμηνευθεί κυρίως ως απόρροια της περιορισμένης ζήτησης για επιστήμονες. Γιατί οι επιχειρήσεις της Ελλάδας δεν έχουν καταφέρει να μετακινηθούν στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας ώστε να παράγουν πιο σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες έντασης γνώσης και τεχνολογίας».
Παράλληλα, όμως, η μετακίνηση αυτή αποτελεί και βασικό παράγοντα που θα αύξανε τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να γίνει πιο ανταγωνιστική και κατά συνέπεια να ισχυροποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται το εξής παράδοξο: από τη μία πλευρά το ελληνικό επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας βρίσκεται σε ένα περιβάλλον το οποίο αδυνατεί να το αξιοποιήσει, καταδικάζοντας το σε ανεργία ή σε ετεροαπασχόληση και σίγουρα σε χαμηλότερες οικονομικές απολαβές από αυτές που θα μπορούσε να απολαμβάνει σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, και από την άλλη η ελληνική κοινωνία δεν εκμεταλλεύεται το ανθρώπινο δυναμικό που έχει επενδύσει για την εκπαίδευσή του ούτως ώστε να καταστήσει την οικονομία της ανταγωνιστικότερη και πιο αποδοτική. Η συνέπεια είναι το επιστημονικό δυναμικό να επιλέγει τη μετανάστευση σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, γεγονός που συντελεί στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξή τους και παράλληλα καθιστά ακόμα δυσχερέστερη τη δυνατότητα της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη μελέτη του κυρίου Λαμπριανίδη, η απόφαση για μετανάστευση σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι η έλλειψη αξιοκρατίας, οι ελλιπείς παρεχόμενες υπηρεσίες, η αδιαφάνεια κτλ. Δηλαδή, εκτός από το οικονομικό, εξίσου σημαντικό ρόλο στην απόφαση για μετανάστευση παίζει και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.
Παρότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα μεταξύ 15/5/2009 και 15/2/2010, δηλαδή σχεδόν στις αρχές της κρίσης, τα συμπεράσματα και τα αποτελέσματά της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, που η οικονομική ύφεση βαθαίνει όλο και περισσότερο, ενώ η εντεινόμενη πολιτικο-κοινωνική κρίση έχει καταστήσει σαφή την αδυναμία του συστήματος να θέσει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης και να διαφυλάξει την κοινωνική συνοχή και εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό οξύνονται δραματικά οι αιτίες πρόκλησης του φαινομένου της διαρροής επιστημονικού δυναμικού, άρα και το ίδιο το φαινόμενο. Έτσι, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή που η ελληνική κοινωνία και οικονομία καλείται να βρει άμεσα τρόπους ανάκαμψης, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες της περαιτέρω απώλειας του πιο σημαντικού κομματιού του ανθρώπινου δυναμικού για την πορεία των πραγμάτων;
Για τον συγγραφέα: «H συμβολή του επιστημονικού δυναμικού στην οικονομική ανάπτυξη είναι καθοριστική. Για αυτό και η διαρροή του (η μετανάστευσή του – brain drain) συνιστά μεγάλη πληγή για τη χώρα προέλευσης. Η επιστροφή στην Ελλάδα αυτού του επιστημονικού δυναμικού, πολλοί από τους οποίους έχουν πραγματοποιήσει πολυετείς σπουδές και σε πολύ καλά πανεπιστήμια, θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική οικονομία αλλά και για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, καθώς θα «έφερναν» μαζί τους τις εμπειρίες εργασίας και ζωής από τις χώρες στις οποίες έζησαν, «μπολιάζοντας» έτσι την ελληνική κοινωνία.»
Υπάρχουν αυτή τη στιγμή συγκεκριμένα μέτρα που θα μπορούσε να πάρει η ελληνική πολιτεία ώστε να αποτρέψει τη φυγή αυτών των ανθρώπων και να τους αξιοποιήσει στην κατεύθυνση εξόδου της χώρας από την ύφεση; Ο Λόης Λαμπριανίδης εκτιμά ότι:
«Για να υπάρχουν βάσιμες ελπίδες να περιοριστεί η φυγή επιστημόνων και να επαναπατριστούν κάποιοι από αυτούς που έχουν φύγει ήδη, θα πρέπει να αλλάξει το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, στόχος που μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το πολύτιμο ανθρώπινο αυτό κεφάλαιο θεωρώντας ότι, στο άμεσο μέλλον τουλάχιστον, θα παραμείνει στο εξωτερικό. Θα πρέπει λοιπόν: πρώτον, η Ελλάδα να αναγνωρίσει ρητά και με επίσημο τρόπο την τεράστια σημασία αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεύτερον, πρέπει να διευκολύνει την απρόσκοπτη πραγματοποίηση κάθε δυνατής συνεργασίας αυτών των ανθρώπων με την Ελλάδα, τόσο από τη χώρα στην οποία βρίσκονται όσο και διευκολύνοντας τους να εργαστούν κατά διαστήματα στην Ελλάδα. Έτσι, θα μεταφέρουν τις ιδέες, τις γνώσεις και την τεχνογνωσία τους, μέσα από ουσιαστικές συνεργασίες με πανεπιστήμια, με ερευνητικά κέντρα αλλά και με ιδιωτικές επιχειρήσεις ή και με την ίδρυση δικών τους επιχειρήσεων. Αυτό ίσως αποτελέσει και τη «γέφυρα», η οποία κάποια στιγμή, αργότερα, θα τους φέρει πίσω, με αναμφισβήτητα θετικά αποτελέσματα για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.
Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι μπορεί να υπάρξει κάποια θετική πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση και θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι η απαισιοδοξία μου αυτή δεν πηγάζει από την εκτίμηση ότι αυτό δεν είναι εύκολο να συμβεί σήμερα λόγω της οικονομικής κρίσης. Δυστυχώς το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο. Η ανάπτυξη μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει ότι αυτοί που μας κυβερνούν έχουν κατανοήσει τη σημασία αυτού του πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού και πολύ φοβάμαι ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτό.»
ΠΗΓΗ : Η ΑΥΓΗ 01-01-2012
Η μετανάστευση νέων ανθρώπων, κυρίως πτυχιούχων για εργασία στο εξωτερικό, χωρίς να είναι καινούργιο φαινόμενο για τη χώρα μας, αρχίζει να παίρνει τον τελευταίο καιρό διαστάσεις επιδημίας. Παρότι τις τελευταίες δεκαετίες, η ιδέα της εγκατάστασης στο εξωτερικό για εργασία έστω και για περιορισμένο διάστημα, ήταν ιδιαίτερα θελκτική ανάμεσα στους ανθρώπους με ανώτατη εκπαίδευση, κυρίως για λόγους απόκτησης εμπειριών αλλά και διεύρυνσης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου, στις μέρες μας φαίνεται να μετατρέπεται στη μόνη ρεαλιστική επιλογή για επαγγελματική αποκατάσταση.
Το φαινόμενο αυτό, οι αιτίες του αλλά και οι συνέπειες του, τόσο στην οικονομική όσο και στην κοινωνική δυνατότητα ανάπτυξης της χώρας, μελετήθηκε από τον κ. Λόη Λαμπριανίδη, οικονομικό γεωγράφο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τα αποτελέσματα της έρευνάς του παρουσιάζονται στο βιβλίο «Επενδύοντας στην φυγή» από τις εκδόσεις Κριτική. Από την έρευνα αυτή προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία στα οποία αξίζει να σταθεί κανείς με προσοχή.
Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι το φαινόμενο της διαρροής επιστημονικού δυναμικού, οι αιτίες του και οι συνέπειες του φωτίζουν καίριες πλευρές του γενικότερου αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας αλλά και των διαφορετικών επιλογών αντιμετώπισής του· το οποίο στο πλαίσιο του βαθέματος της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία και της παράλληλης αδυναμίας του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος να την αντιμετωπίσει, οφείλει να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η διαρροή επιστημονικού δυναμικού από την Ελλάδα προς πιο ανεπτυγμένες χώρες δεν οφείλεται στην κρατούσα γενικά άποψη περί υπερπροσφοράς επιστημονικού προσωπικού, αλλά αντίθετα στην αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να την απορροφήσει. Όπως χαρακτηριστικά μας μετέφερε ο συγγραφέας «Αναμφίβολα στην Ελλάδα υπάρχει αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού […] Όμως, η αναντιστοιχία αυτή, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα της «υπερεκπαίδευσης» των Ελλήνων. Δεν προκύπτει «υπερεκπαίδευση» των Ελλήνων με βάση τις διεθνείς συγκρίσεις […] θα πρέπει να ερμηνευθεί κυρίως ως απόρροια της περιορισμένης ζήτησης για επιστήμονες. Γιατί οι επιχειρήσεις της Ελλάδας δεν έχουν καταφέρει να μετακινηθούν στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας ώστε να παράγουν πιο σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες έντασης γνώσης και τεχνολογίας».
Παράλληλα, όμως, η μετακίνηση αυτή αποτελεί και βασικό παράγοντα που θα αύξανε τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να γίνει πιο ανταγωνιστική και κατά συνέπεια να ισχυροποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται το εξής παράδοξο: από τη μία πλευρά το ελληνικό επιστημονικό δυναμικό της Ελλάδας βρίσκεται σε ένα περιβάλλον το οποίο αδυνατεί να το αξιοποιήσει, καταδικάζοντας το σε ανεργία ή σε ετεροαπασχόληση και σίγουρα σε χαμηλότερες οικονομικές απολαβές από αυτές που θα μπορούσε να απολαμβάνει σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, και από την άλλη η ελληνική κοινωνία δεν εκμεταλλεύεται το ανθρώπινο δυναμικό που έχει επενδύσει για την εκπαίδευσή του ούτως ώστε να καταστήσει την οικονομία της ανταγωνιστικότερη και πιο αποδοτική. Η συνέπεια είναι το επιστημονικό δυναμικό να επιλέγει τη μετανάστευση σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, γεγονός που συντελεί στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξή τους και παράλληλα καθιστά ακόμα δυσχερέστερη τη δυνατότητα της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη μελέτη του κυρίου Λαμπριανίδη, η απόφαση για μετανάστευση σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι η έλλειψη αξιοκρατίας, οι ελλιπείς παρεχόμενες υπηρεσίες, η αδιαφάνεια κτλ. Δηλαδή, εκτός από το οικονομικό, εξίσου σημαντικό ρόλο στην απόφαση για μετανάστευση παίζει και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο.
Παρότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα μεταξύ 15/5/2009 και 15/2/2010, δηλαδή σχεδόν στις αρχές της κρίσης, τα συμπεράσματα και τα αποτελέσματά της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, που η οικονομική ύφεση βαθαίνει όλο και περισσότερο, ενώ η εντεινόμενη πολιτικο-κοινωνική κρίση έχει καταστήσει σαφή την αδυναμία του συστήματος να θέσει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης και να διαφυλάξει την κοινωνική συνοχή και εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό οξύνονται δραματικά οι αιτίες πρόκλησης του φαινομένου της διαρροής επιστημονικού δυναμικού, άρα και το ίδιο το φαινόμενο. Έτσι, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή που η ελληνική κοινωνία και οικονομία καλείται να βρει άμεσα τρόπους ανάκαμψης, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες της περαιτέρω απώλειας του πιο σημαντικού κομματιού του ανθρώπινου δυναμικού για την πορεία των πραγμάτων;
Για τον συγγραφέα: «H συμβολή του επιστημονικού δυναμικού στην οικονομική ανάπτυξη είναι καθοριστική. Για αυτό και η διαρροή του (η μετανάστευσή του – brain drain) συνιστά μεγάλη πληγή για τη χώρα προέλευσης. Η επιστροφή στην Ελλάδα αυτού του επιστημονικού δυναμικού, πολλοί από τους οποίους έχουν πραγματοποιήσει πολυετείς σπουδές και σε πολύ καλά πανεπιστήμια, θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική οικονομία αλλά και για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, καθώς θα «έφερναν» μαζί τους τις εμπειρίες εργασίας και ζωής από τις χώρες στις οποίες έζησαν, «μπολιάζοντας» έτσι την ελληνική κοινωνία.»
Υπάρχουν αυτή τη στιγμή συγκεκριμένα μέτρα που θα μπορούσε να πάρει η ελληνική πολιτεία ώστε να αποτρέψει τη φυγή αυτών των ανθρώπων και να τους αξιοποιήσει στην κατεύθυνση εξόδου της χώρας από την ύφεση; Ο Λόης Λαμπριανίδης εκτιμά ότι:
«Για να υπάρχουν βάσιμες ελπίδες να περιοριστεί η φυγή επιστημόνων και να επαναπατριστούν κάποιοι από αυτούς που έχουν φύγει ήδη, θα πρέπει να αλλάξει το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, στόχος που μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το πολύτιμο ανθρώπινο αυτό κεφάλαιο θεωρώντας ότι, στο άμεσο μέλλον τουλάχιστον, θα παραμείνει στο εξωτερικό. Θα πρέπει λοιπόν: πρώτον, η Ελλάδα να αναγνωρίσει ρητά και με επίσημο τρόπο την τεράστια σημασία αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεύτερον, πρέπει να διευκολύνει την απρόσκοπτη πραγματοποίηση κάθε δυνατής συνεργασίας αυτών των ανθρώπων με την Ελλάδα, τόσο από τη χώρα στην οποία βρίσκονται όσο και διευκολύνοντας τους να εργαστούν κατά διαστήματα στην Ελλάδα. Έτσι, θα μεταφέρουν τις ιδέες, τις γνώσεις και την τεχνογνωσία τους, μέσα από ουσιαστικές συνεργασίες με πανεπιστήμια, με ερευνητικά κέντρα αλλά και με ιδιωτικές επιχειρήσεις ή και με την ίδρυση δικών τους επιχειρήσεων. Αυτό ίσως αποτελέσει και τη «γέφυρα», η οποία κάποια στιγμή, αργότερα, θα τους φέρει πίσω, με αναμφισβήτητα θετικά αποτελέσματα για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.
Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι μπορεί να υπάρξει κάποια θετική πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση και θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι η απαισιοδοξία μου αυτή δεν πηγάζει από την εκτίμηση ότι αυτό δεν είναι εύκολο να συμβεί σήμερα λόγω της οικονομικής κρίσης. Δυστυχώς το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο. Η ανάπτυξη μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει ότι αυτοί που μας κυβερνούν έχουν κατανοήσει τη σημασία αυτού του πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού και πολύ φοβάμαι ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτό.»
ΠΗΓΗ : Η ΑΥΓΗ 01-01-2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire