ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ελλάδα - Βιβλίο - Πως λειτουργούν οι εκδόσεις στην Ελλάδα της κρίσης ;

 




Σάκης Ιωαννίδης

Σε πρόσφατη «οικογενειακή» εκδήλωση μεγάλου εκδοτικού οίκου, ένα από τα πεζογραφικά βιβλία της πρόσφατης σοδειάς που είχε φτάσει αισίως τις 4.000 αντίτυπα, χαρακτηρίστηκε από τους ιθύνοντες ως «best seller». Γιατί όχι; Στην κρίση, με την έννοια της «προσαρμογής» να αναδεικνύεται σε αρετή και την ενιαία τιμή του βιβλίου να παραμένει υπόσχεση, εκδότες και συγγραφείς ρίχνουν «νερό» στα ποσοστά και τις προσδοκίες τους, ενώ εμφανίζονται νέες προσπάθειες με διαφορετική φιλοσοφία.

Αν και το 2014 έκλεισε, π.χ., για τις εκδόσεις «Πατάκη», με μια μικρή αναπάντεχη άνοδο (+0,5%), το δημοψήφισμα του Ιουλίου «βύθισε» τη θερινή σεζόν του βιβλίου μειώνοντας τις πωλήσεις κατά 80%, όπως λέει η Αννα Πατάκη. Η παραμικρή αστάθεια κλυδωνίζει την εύθραυστη αγορά, λέει, όπως έγινε με το φαινομενικά άσχετο με τον χώρο του βιβλίου θέμα του ασφαλιστικού. Ο εκδοτικός οίκος προσαρμόστηκε και έθεσε σε νέα βάση τη σχέση του με τους συγγραφείς, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε περιορισμό των νέων συνεργασιών. «Νομίζω τώρα είμαστε πιο κοντά με τους Ελληνες συγγραφείς μας. Εχουμε πιο ξεκάθαρες και ρεαλιστικές σχέσεις. Αναγκαστήκαμε να πούμε περισσότερα “όχι”, το οποίο μας βγήκε σε καλό» επισημαίνει και τονίζει ότι η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου χτύπησε κατάφωρα την αγορά.
Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο εκδότης του «Μεταίχμιου», Νώντας Παπαγεωργίου, ότι εξαιτίας αυτού του μέτρου ο αναγνώστης μπήκε σε μια λογική αναζήτησης του φθηνότερου αντιτύπου. «Πριν από την κρίση ο τζίρος στην αγορά του βιβλίου πρέπει να ήταν περίπου 250 εκατ. ευρώ σε τιμές λιανικής. Σήμερα εκτιμώ ότι θα είναι περίπου στα 120 εκατ. ευρώ, ίσως λιγότερο. Δεν σημαίνει ότι πωλούνται τα μισά βιβλία, αλλά ότι μειώθηκαν οι τιμές λιανικής» τονίζει.
Η μειωμένη αγοραστική δύναμη και το κυνήγι των προσφορών αποτυπώνεται και στα βιβλιοπωλεία. «Η πελατεία μας έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Αρκετοί πελάτες, 20-30 ετών, ψάχνουν προσφορές: παλιά φθηνά βιβλία, όπως Καμί, Μπουκόφσκι, Οργουελ. Περιμένουν ένα νέο βιβλίο να κάνει δεύτερη έκδοση για να βγει από την ενιαία τιμή και να γίνει πιο φθηνό» σημειώνει ο πωλητής του βιβλιοπωλείου «Πολιτεία», Γιώργος Θωμόπουλος.
Μειώσεις κοινή συναινέσει
Οπως έγραφε η «Κ» πριν από μια δεκαετία, «οι όροι του συμβολαίου που “δένει” τον συγγραφέα με τον εκδότη δεν είναι πλουσιοπάροχοι», και αυτό δεν έχει αλλάξει σήμερα. Σημείο εκκίνησης για το ποσοστό που θα λάβει ο συγγραφέας από την πώληση των βιβλίων του παραμένει το 10% επί της λιανικής τιμής, όπως και τότε. Σε «ελάχιστες περιπτώσεις» φτάνουν το 16% ή 17%, όπως μας λέει η κ. Πατάκη, ενώ τονίζει ότι δεν υπάρχουν πια ποσοστά της τάξεως του 20% όπως παλαιότερα. Για το «Μεταίχμιο», «το σύνηθες ήταν μεταξύ του 10%-15% και εκεί παραμένει», όπως εξηγεί η υπεύθυνη ελληνικής πεζογραφίας Ελένη Μπούρα.
Για τον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο «Αντίποδες», το ποσοστό για τους Ελληνες συγγραφείς είναι 10%, το οποίο, όπως λέει ο εκδότης Κώστας Σπαθαράκης, «αποδίδεται από το πρώτο αντίτυπο είτε πουληθούν 100 ή 10.000».
«Τα τελευταία χρόνια με δική μου πρωτοβουλία, μειώθηκαν οι συγγραφικές και μεταφραστικές αμοιβές αλλά ήταν πολύ υψηλότερες από τον μέσο όρο της αγοράς» λέει στην «Κ» η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου. «Δεν μου ζήτησε κανείς να μειώσω τα συγγραφικά ποσοστά. Απλώς, για να είναι πιο προσιτές οι τιμές της λιανικής, αποφάσισα ότι αυτό ήταν το σωστό». «Ας είναι και λίγο μικρότερο το ποσοστό αν είναι να πουλήσει το βιβλίο» σημειώνει από την πλευρά του ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος.
Αυτό που εκλείπει τελείως αυτή την εποχή είναι οι προκαταβολές και ο μετεγγραφικός «αέρας» που πλήρωναν κάποτε οι εκδότες στους συγγραφείς. «Τα χρήματα δεν είναι πια το κριτήριο για να αλλάξει ένας συγγραφέας εκδοτικό οίκο» τονίζει ο κ. Παπαγεωργίου. «Σε ορισμένες περιπτώσεις που πληρώθηκε “αέρας” σε συγγραφείς, οι εκδότες έχασαν γιατί δεν εμφανίστηκαν ποτέ τα βιβλία» σημειώνει ο κ. Θεοδωρόπουλος, ο οποίος έχει διατελέσει παλαιότερα υπεύθυνος ελληνικής πεζογραφίας στις εκδόσεις «Ωκεανίδα».
Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη συγγραφείς που ζουν από τα γραφόμενά τους, όπως ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης. Μας εξομολογείται ότι ξεκίνησε το 1993 στην «Εστία» με ποσοστό 10%, ανέβηκε στο 15% και έπειτα στο 20%, «χωρίς να το διεκδικήσω εγώ», όπως επισημαίνει και αποκαλύπτει τη μεγάλη εκδοτική επιτυχία των βιβλίων του. «Το “Σοφό Παιδί” είχε πουλήσει 150.000 αντίτυπα και θυμάμαι ότι με το 20% κατάφερα τότε να αγοράσω ένα σπίτι» λέει στην «Κ», σπεύδοντας να επισημάνει ότι υπήρξε «αρκετά νοικοκυρόπαιδο» και το σπίτι ήταν μικρό.
Κάτι σαν... μπόνους
Ο νέος συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος, του απρόσμενα επιτυχημένου για συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» (εκδ. «Αντίποδες») ξεκίνησε με 10% στον «Κέδρο» και με ρήτρα για τη συλλογή διηγημάτων του «ΜεταΠοίηση» (2012) ότι θα πληρωνόταν μόλις οι πωλήσεις ξεπερνούσαν τα 1.000 αντίτυπα, όσα δηλαδή αριθμούσε η Α΄ έκδοση του βιβλίου. Η Β΄ έκδοση της συλλογής βγήκε πριν από λίγους μήνες, ενώ στο μεταξύ ο κ. Παπαμάρκος επέλεξε να συνεργαστεί με τους «Αντίποδες».
«Τα χρήματα από τα βιβλία είναι κάτι σαν μπόνους που παίρνεις. Με τα χρήματα του “Γκιακ” θα μπορούσα να ζήσω για έναν χρόνο με μίνιμουμ έξοδα αλλά μετά; Προς το παρόν δεν έχω άλλο βιβλίο έτοιμο και δεν ξέρω αν θα πουλούσε το ίδιο» μας λέει.
Η «αυτοέκδοση»
Απότοκο της κρίσης είναι και το φαινόμενο ορισμένοι παραδοσιακοί εκδοτικοί οίκοι να αξιώνουν από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς στην ουσία να «αυτοεκδοθούν», μειώνοντας έτσι το εκδοτικό ρίσκο της παραγωγής. Ωστόσο, αν η αυτοέκδοση είναι για ορισμένους κατάληξη μιας πορείας, για άλλους είναι μια νέα φιλοσοφία με διακριτή, ανοιχτή, παρουσία. Στις εκδόσεις «Πηγή» που λειτουργούν από το 2010 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, οι συγγραφείς επενδύουν 100% στο έργο τους και καρπώνονται το σύνολο των κερδών. Στην «Πηγή» οι συγγραφείς επιλέγουν το χαρτί εκτύπωσης, τον σχεδιασμό του εξωφύλλου και το είδος (σκληρό/μαλακό), ενώ με την ψηφιακή εκτύπωση που συνήθως χρησιμοποιείται, ο συγγραφέας εκδίδει περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. «Κατά μέσο όρο εκδίδουμε 500 έως 1.000 αντίτυπα σε μία έκδοση. Οι εποχές των χιλιάδων αντιτύπων σε μια έκδοση έχουν παρέλθει» μας λέει ο Μηνάς Παπαγεωργίου. Μέχρι σήμερα έχουν εκδώσει 270 τίτλους, ενώ εσχάτως επενδύουν και σε δικές τους εκδόσεις, όπως στο επιτυχημένο βιβλίο «Οι 7 νάνοι του Αουσβιτς».
Εκδοτικό φαινόμενο σήμερα και τα 11.000 αντίτυπα
Για τους εκδότες όσο περισσότερα βιβλία πωλούνται τόσο καλύτερα, αν και οι στόχοι των πωλήσεων έχουν περιοριστεί σε σχέση με το παρελθόν. Πωλήσεις της εποχής του «Σοφού Παιδιού» είναι πια σπάνιες για την ελληνική πεζογραφία με λογοτεχνικές αξιώσεις. Η «Νίκη» του κ. Χωμενίδη έχει ξεπεράσει τις 30.000 αντίτυπα, όπως και η «Κατερίνα» του Αύγουστου Κορτώ (που ξεπέρασε τις 35.000), φέρνοντας χαμόγελα στις εκδόσεις «Πατάκη». Για τους πιο «δύσκολους» –από πλευράς επιλογής θεμάτων– και πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς η επιτυχία μεταφράζεται σε πωλήσεις μεταξύ τριών και πέντε χιλιάδων αντιτύπων. Γι’ αυτό και η συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» που έχει πουλήσει 11.000 αντίτυπα θεωρείται εκδοτικό «φαινόμενο» για τα σημερινά δεδομένα.
Συνήθως, οι πρώτες εκδόσεις των βιβλίων ανέρχονται, κατά μέσο όρο, σε 1.500-2.000 αντίτυπα, ενώ για να βγάλει τα έξοδα παραγωγής του ένα βιβλίο λογοτεχνίας πρέπει να πουλήσει τουλάχιστον 1.500 αντίτυπα, όπως μας λένε από τις εκδόσεις «Πατάκη» και «Μεταίχμιο». Για τους «Αντίποδες», το σημείο αυτό βρίσκεται «στα 500 αντίτυπα ή και λιγότερο σε ένα μικρότερο βιβλίο» όπως λέει ο κ. Κώστας Σπαθαράκης, ο οποίος μαζί με τον Θεόδωρο Δρίτσα αναλαμβάνουν την επιμέλεια και τη διόρθωση των βιβλίων και ένα μέρος της διανομής, μειώνοντας έτσι το τελικό κόστος παραγωγής.
Οι επανεκδόσεις
Παρά τις δυσκολίες που έφερε η κρίση στον χώρο, πάντως, κάποιοι τονίζουν πως σήμερα, σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια, επικρατεί μεγαλύτερος επαγγελματισμός. Η συγγραφέας Ερση Σωτηροπούλου λέει στην «Κ» ότι για τα πρώτα τέσσερα βιβλία της, που κυκλοφόρησαν μέσα στη δεκαετία του ’80, δεν εισέπραξε ποτέ τα συμφωνημένα ποσοστά από τον εκδότη της, ενώ επισημαίνει την ανάγκη μεσολάβησης ατζέντη και στην Ελλάδα για τα οικονομικά: «Επίσης υπήρχε απόλυτο σκοτάδι, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, γύρω από τις επανεκδόσεις. Ολα γίνονταν μέσα στο λημέρι του Αλή - Μπαμπά από όπου έβγαιναν φουρνιές τα αντίτυπα. Ο Γιάννης Δουβίτσας της “Νεφέλης”, ένας άνθρωπος που εκτιμούσα και θεωρούσα φίλο, άσχετα από το επεισόδιο που θα διηγηθώ, είχε εκδώσει το “Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα” και μου είχε ζητήσει να υπογράψω τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης, πράγμα που έκανα. Ομως λίγους μήνες αργότερα άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία με φωτοτυπημένη την υπογραφή μου, κι αυτό συνεχίστηκε για μερικά χρόνια ώσπου εμφανίστηκε στην αγορά νέα φουρνιά αντιτύπων όπου είχε εξαφανιστεί η φωτοτυπημένη υπογραφή και στη θέση της είχε μπει η σφραγίδα Α΄ Εκδοση. Με τη “Φάρσα” πάλι, για πάνω από μια δεκαετία το χρώμα στο εξώφυλλο άλλαζε, χακί, πράσινο, άσπρο, εξακολουθώντας μυστηριωδώς να παραμένει στην πρώτη έκδοση, και ξαφνικά προς το τέλος του ’90 εμφανίστηκαν νέα αντίτυπα με την αναφορά Β΄ Εκδοση και ημερομηνία 1982, δηλαδή την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο! Ο συγγραφέας ήταν απόλυτα ανίσχυρος».



Πηγή: Η Καθημερινή
Δημοσιεύτηκε στις 28/02/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου