Σοβαρές οι επιπτώσεις όχι μόνο στο περιβάλλον,
εκτιμούν οι επιστήμονες
Της Κίκας Κασινίδου
Το μέλλον για τον πλανήτη Γη δεν είναι καθόλου ευοίωνο. Οι
προβλέψεις για τις κλιματικές αλλαγές που έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν
αισθητή την παρουσία τους, είναι εφιαλτικές και η επιστημονική
κοινότητα βρίσκεται ήδη στην αναζήτηση αποτελεσματικών τρόπων για να
αντιμετωπίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις αυτών των αλλαγών, όχι μόνο στο
περιβάλλον, αλλά και στην ανθρώπινη υγεία. «Η Μεσόγειος και η Μέση
Ανατολή αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση και πολυπληθέστερες
περιοχές του πλανήτη, η οποία αναμένεται να επηρεαστεί εντονότατα από
τις αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής», αναφέρεται στη
Διακήρυξη της Κύπρου για τις Κλιματικές Αλλαγές, η οποία βασίστηκε στα
πορίσματα Διεθνούς Συνεδρίου για την Ενέργεια, το Νερό και την
Κλιματική Αλλαγή στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή που πραγματοποιήθηκε
στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2010. «Οι αρνητικές επιπτώσεις της
κλιματικής αλλαγής στην υγεία θα είναι άμεσες, συνδεδεμένες με τις
ακραίες καιρικές συνθήκες, καθώς και έμμεσες διαμέσου μεταδιδόμενων
ασθενειών, ασθενειών που σχετίζονται με το νερό και την κακή ποιότητα
αέρα και νερού και τη μειωμένη διαθεσιμότητα τροφής».
Η εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων ως αποτέλεσμα των κλιματικών αλλαγών είναι άλλη μια παράμετρος που απασχολεί τους επιστήμονες και ως τέτοια αποτέλεσε το αντικείμενο τριήμερης επιστημονικής ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο τον περασμένο μήνα.
Η ημερίδα, την οποία διοργάνωσε το Ινστιτούτο Κύπρου σε συνεργασία με το ΙmperialCollege London, επικεντρώθηκε στους πληθυσμούς των εντόμων που πολλαπλασιάζονται εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία από την εξάπλωσή τους και στους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου. Στόχος ήταν να έρθουν σε επαφή εμπειρογνώμονες στους τομείς της εντομολογίας, της μετεωρολογίας και της επιδημιολογίας για να αξιολογήσουν την πρόοδο η οποία έχει επιτευχθεί στην έρευνα για τις επιπτώσεις του κλίματος στην εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων.
Η κλιματική αλλαγή, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συνιστά σοβαρή απειλή, η οποία μεταξύ άλλων αναμένεται να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την ανθρώπινη υγεία. Ήδη, παρατηρούνται μεταβολές στη γεωγραφική κατανομή των εντόμων που μεταφέρουν ασθένειες, όπως η ελονοσία, ο δάγκειος πυρετός, ο πυρετός του Δυτικού Νείλου και ο πυρετός Chikungunya, καθώς ένα θερμότερο κλίμα ευνοεί τόσο την αναπαραγωγή όσο και την εξάπλωσή τους. Η λεκάνη της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναμένεται να πληγεί σε μεγαλύτερο βαθμό από την κλιματική αλλαγή σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη.
Κατά την ημερίδα, επιστήμονες από την Κύπρο, την Ε.Ε. και το Ισραήλ προέβησαν σε επισκόπηση των πρόσφατων επιστημονικών ερευνών για την αλλαγή του κλίματος και τη συσχέτισή της με τη συχνότητα εμφάνισης ασθενειών που μεταδίδονται μέσω εντόμων στη χώρα μας και την ευρύτερη περιοχή. Και φυσικά, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη στρατηγικών για την πρόληψη και τον έλεγχο της εξάπλωσης των εντόμων-φορέων και των ασθενειών που μεταδίδουν, ώστε οι δημόσιοι φορείς υγείας να προχωρήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση αυτών των πιθανών απειλών και συναφών κινδύνων.
Ένας από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στην ημερίδα, ήταν ο καθηγητής του ΙmperialCollege Γιώργος Χριστοφίδης, ο οποίος ασχολείται με τις μολυσματικές ασθένειες που μεταφέρονται, κυρίως, από τα κουνούπια, καθώς και από άλλα έντομα φορείς. Σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε στον «Φ», ο δρ Χριστοφίδης αναφέρθηκε στις παρατηρήσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την επανεμφάνιση αρκετών λοιμωδών νοσημάτων που μεταδίδονται από έντομα. Κατά πόσον αυτό, όπως μας ανέφερε, οφείλεται στις κλιματικές αλλαγές, είναι κάτι που δεν μπορούν να γνωρίζουν αυτή τη στιγμή και αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούν να κατανοήσουν.
«Τα νοσήματα που έχουμε παρακολουθήσει την τελευταία δεκαετία που μεταδίδονται από έντομα φορείς και τα οποία δεν είχαμε στο άμεσο παρελθόν, είναι για παράδειγμα ο ιός του Δυτικού Νείλου, η εξάπλωση του οποίου είναι μεγάλη τον τελευταίο καιρό στην περιοχή». Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο Ισραήλ, την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, στις οποίες έχουν καταγραφεί κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου.
Καταγράφονται, επίσης, κάποια κρούσματα του Δάγγειου Πυρετού, ο οποίος στο παρελθόν, αμέσως μετά τη μικρασιατική καταστροφή, όπως ανέφερε, έπληξε την Αθήνα και σχεδόν την κατέστρεψε, σκοτώνοντας περίπου 1.500 ανθρώπους. Ένα άλλο νόσημα που έχει εξαλειφθεί, είναι η ελονοσία, κρούσματα της οποίας έχουν εντοπισθεί τα τελευταία δύο με τρία χρόνια στην Ελλάδα. «Έχουμε ενδημική διάδοση της ελονοσίας, όχι της ελονοσίας που υπάρχει στην Αφρική αλλά κυρίως στην Ασία. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο πυρετός Chikungunya. «Ήταν μεγάλο πρόβλημα στην περιοχή του Κεντρικού Ωκεανού και της Ινδίας το 2006 - 2007, στη συνέχεια μεταδόθηκε στην Ιταλία και είχαμε πάρα πολλά κρούσματα. Από τότε είναι σιωπηλή ασθένεια, δεν έχουμε δει ιδιαίτερη αύξηση κρουσμάτων, δεν έχουμε δει καθόλου κρούσματα, αλλά ξέρουμε ότι είναι κάποιος ιός, όπως ο Δάγγειος Πυρετός και ο ιός του Δυτικού Νείλου. Ξέρουμε ότι αυτοί οι ιοί χάνονται, δεν ξέρουμε πού πάνε πολλοί από αυτούς, δηλαδή είναι σε κάποια άλλα πιθανόν ζώα και επανέρχονται μετά από κάποιον καιρό. Ο πυρετός Chikungunya και ο Δάγγειος Πυρετός, αυτοί οι δύο ειδικά, επανήλθαν. Υπήρχαν στο παρελθόν και μεταδίδονταν από ένα κουνούπι, το οποίο δεν υπάρχει πια. Τα τελευταία, όμως, 15 χρόνια, έχει εισαχθεί ένα πολύ συγγενικό του είδος, το οποίο ουσιαστικά έχει καταλάβει ολόκληρη τη νότια Ευρώπη. Είναι πάρα πολύ διεισδυτικό σε διαφορετικά κλίματα κι αυτός είναι ο πιο μεγάλος μας φόβος ουσιαστικά».
Η εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων ως αποτέλεσμα των κλιματικών αλλαγών είναι άλλη μια παράμετρος που απασχολεί τους επιστήμονες και ως τέτοια αποτέλεσε το αντικείμενο τριήμερης επιστημονικής ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο τον περασμένο μήνα.
Η ημερίδα, την οποία διοργάνωσε το Ινστιτούτο Κύπρου σε συνεργασία με το ΙmperialCollege London, επικεντρώθηκε στους πληθυσμούς των εντόμων που πολλαπλασιάζονται εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία από την εξάπλωσή τους και στους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου. Στόχος ήταν να έρθουν σε επαφή εμπειρογνώμονες στους τομείς της εντομολογίας, της μετεωρολογίας και της επιδημιολογίας για να αξιολογήσουν την πρόοδο η οποία έχει επιτευχθεί στην έρευνα για τις επιπτώσεις του κλίματος στην εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων.
Η κλιματική αλλαγή, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συνιστά σοβαρή απειλή, η οποία μεταξύ άλλων αναμένεται να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και την ανθρώπινη υγεία. Ήδη, παρατηρούνται μεταβολές στη γεωγραφική κατανομή των εντόμων που μεταφέρουν ασθένειες, όπως η ελονοσία, ο δάγκειος πυρετός, ο πυρετός του Δυτικού Νείλου και ο πυρετός Chikungunya, καθώς ένα θερμότερο κλίμα ευνοεί τόσο την αναπαραγωγή όσο και την εξάπλωσή τους. Η λεκάνη της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναμένεται να πληγεί σε μεγαλύτερο βαθμό από την κλιματική αλλαγή σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη.
Κατά την ημερίδα, επιστήμονες από την Κύπρο, την Ε.Ε. και το Ισραήλ προέβησαν σε επισκόπηση των πρόσφατων επιστημονικών ερευνών για την αλλαγή του κλίματος και τη συσχέτισή της με τη συχνότητα εμφάνισης ασθενειών που μεταδίδονται μέσω εντόμων στη χώρα μας και την ευρύτερη περιοχή. Και φυσικά, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη στρατηγικών για την πρόληψη και τον έλεγχο της εξάπλωσης των εντόμων-φορέων και των ασθενειών που μεταδίδουν, ώστε οι δημόσιοι φορείς υγείας να προχωρήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση αυτών των πιθανών απειλών και συναφών κινδύνων.
Ένας από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στην ημερίδα, ήταν ο καθηγητής του ΙmperialCollege Γιώργος Χριστοφίδης, ο οποίος ασχολείται με τις μολυσματικές ασθένειες που μεταφέρονται, κυρίως, από τα κουνούπια, καθώς και από άλλα έντομα φορείς. Σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε στον «Φ», ο δρ Χριστοφίδης αναφέρθηκε στις παρατηρήσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την επανεμφάνιση αρκετών λοιμωδών νοσημάτων που μεταδίδονται από έντομα. Κατά πόσον αυτό, όπως μας ανέφερε, οφείλεται στις κλιματικές αλλαγές, είναι κάτι που δεν μπορούν να γνωρίζουν αυτή τη στιγμή και αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούν να κατανοήσουν.
«Τα νοσήματα που έχουμε παρακολουθήσει την τελευταία δεκαετία που μεταδίδονται από έντομα φορείς και τα οποία δεν είχαμε στο άμεσο παρελθόν, είναι για παράδειγμα ο ιός του Δυτικού Νείλου, η εξάπλωση του οποίου είναι μεγάλη τον τελευταίο καιρό στην περιοχή». Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο Ισραήλ, την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, στις οποίες έχουν καταγραφεί κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου.
Καταγράφονται, επίσης, κάποια κρούσματα του Δάγγειου Πυρετού, ο οποίος στο παρελθόν, αμέσως μετά τη μικρασιατική καταστροφή, όπως ανέφερε, έπληξε την Αθήνα και σχεδόν την κατέστρεψε, σκοτώνοντας περίπου 1.500 ανθρώπους. Ένα άλλο νόσημα που έχει εξαλειφθεί, είναι η ελονοσία, κρούσματα της οποίας έχουν εντοπισθεί τα τελευταία δύο με τρία χρόνια στην Ελλάδα. «Έχουμε ενδημική διάδοση της ελονοσίας, όχι της ελονοσίας που υπάρχει στην Αφρική αλλά κυρίως στην Ασία. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο πυρετός Chikungunya. «Ήταν μεγάλο πρόβλημα στην περιοχή του Κεντρικού Ωκεανού και της Ινδίας το 2006 - 2007, στη συνέχεια μεταδόθηκε στην Ιταλία και είχαμε πάρα πολλά κρούσματα. Από τότε είναι σιωπηλή ασθένεια, δεν έχουμε δει ιδιαίτερη αύξηση κρουσμάτων, δεν έχουμε δει καθόλου κρούσματα, αλλά ξέρουμε ότι είναι κάποιος ιός, όπως ο Δάγγειος Πυρετός και ο ιός του Δυτικού Νείλου. Ξέρουμε ότι αυτοί οι ιοί χάνονται, δεν ξέρουμε πού πάνε πολλοί από αυτούς, δηλαδή είναι σε κάποια άλλα πιθανόν ζώα και επανέρχονται μετά από κάποιον καιρό. Ο πυρετός Chikungunya και ο Δάγγειος Πυρετός, αυτοί οι δύο ειδικά, επανήλθαν. Υπήρχαν στο παρελθόν και μεταδίδονταν από ένα κουνούπι, το οποίο δεν υπάρχει πια. Τα τελευταία, όμως, 15 χρόνια, έχει εισαχθεί ένα πολύ συγγενικό του είδος, το οποίο ουσιαστικά έχει καταλάβει ολόκληρη τη νότια Ευρώπη. Είναι πάρα πολύ διεισδυτικό σε διαφορετικά κλίματα κι αυτός είναι ο πιο μεγάλος μας φόβος ουσιαστικά».
ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ,όμως, τι παρατηρούν οι επιστήμονες για τις κλιματικές
αλλαγές; «Είναι γενικά αποδεκτό αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον από την
επιστημονική κοινότητα, ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται μεγάλες
και ασυνήθιστες αλλαγές. Αυτό οφείλεται κυρίως στους ρύπους, στην
εκπομπή αερίων.
Οι αλλαγές αυτές θα επηρεάσουν την περιοχή μας κι αυτό το ξέρουμε. Η περιοχή μας, η περιοχή δηλαδή της Ανατολικής Μεσογείου, είναι στο μάτι του κυκλώνα, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη. Οι προβλέψεις για την περιοχή είναι ότι θα αυξηθεί η θερμοκρασία αρκετά και θα μειωθεί η βροχόπτωση. Θα έχουμε λιγότερες βροχές και πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. Οι προβλέψεις δε για τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών στην περιοχή μας είναι πολύ πιο δυσοίωνες από τις προβλέψεις που γίνονται παγκόσμια. Σε 50 χρόνια από σήμερα, το να ζεις στη Λευκωσία, θα είναι όπως στο Μπαχρέιν σήμερα. Αυτά που σήμερα θεωρούμε ως ακραία φαινόμενα, τους καύσωνες, θα είναι οι καλύτερες μέρες που θα έχουμε το καλοκαίρι στο μέλλον. Αυτές είναι οι προβλέψεις και αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν πολύ την εξάπλωση των εντόμων φορέων. Προς το καλό ή προς το κακό. Σε κάποιες περιπτώσεις θα είναι προς το καλό, σε κάποιες άλλες θα είναι προς το κακό.
Για παράδειγμα το καλοκαίρι, στη μέση του καλοκαιριού, δεν θα έχουμε κουνούπια, αλλά θα υπάρχουν την άνοιξη και το φθινόπωρο. Τέτοιες αλλαγές περιμένουμε».
Οι κλιματικές συνθήκες που έχουμε τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, αναφέρει ο δρ Χριστοφίδης, έχουν βοηθήσει το κουνούπι που προκαλεί τον πυρετό Chikungunya, να εγκατασταθεί στη νότια Ευρώπη. «Όλα αυτά αποτέλεσαν και το αντικείμενο της ημερίδας. Να δούμε κατά πόσο μπορούμε να προβλέψουμε τι γίνεται αυτή τη στιγμή, ποιες είναι οι ασθένειες που πρέπει να προσέξουμε περισσότερο από κάποιες άλλες, να τις κατατάξουμε σε μια σειρά, να δούμε τι λείπει για να μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε και κατ’ επέκταση πώς θα μπορούσαμε να θωρακίσουμε την Ευρώπη, τον κόσμο, ειδικότερα την περιοχή μας εδώ από τέτοιες ασθένειες».
Οι αλλαγές αυτές θα επηρεάσουν την περιοχή μας κι αυτό το ξέρουμε. Η περιοχή μας, η περιοχή δηλαδή της Ανατολικής Μεσογείου, είναι στο μάτι του κυκλώνα, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη. Οι προβλέψεις για την περιοχή είναι ότι θα αυξηθεί η θερμοκρασία αρκετά και θα μειωθεί η βροχόπτωση. Θα έχουμε λιγότερες βροχές και πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. Οι προβλέψεις δε για τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών στην περιοχή μας είναι πολύ πιο δυσοίωνες από τις προβλέψεις που γίνονται παγκόσμια. Σε 50 χρόνια από σήμερα, το να ζεις στη Λευκωσία, θα είναι όπως στο Μπαχρέιν σήμερα. Αυτά που σήμερα θεωρούμε ως ακραία φαινόμενα, τους καύσωνες, θα είναι οι καλύτερες μέρες που θα έχουμε το καλοκαίρι στο μέλλον. Αυτές είναι οι προβλέψεις και αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν πολύ την εξάπλωση των εντόμων φορέων. Προς το καλό ή προς το κακό. Σε κάποιες περιπτώσεις θα είναι προς το καλό, σε κάποιες άλλες θα είναι προς το κακό.
Για παράδειγμα το καλοκαίρι, στη μέση του καλοκαιριού, δεν θα έχουμε κουνούπια, αλλά θα υπάρχουν την άνοιξη και το φθινόπωρο. Τέτοιες αλλαγές περιμένουμε».
Οι κλιματικές συνθήκες που έχουμε τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, αναφέρει ο δρ Χριστοφίδης, έχουν βοηθήσει το κουνούπι που προκαλεί τον πυρετό Chikungunya, να εγκατασταθεί στη νότια Ευρώπη. «Όλα αυτά αποτέλεσαν και το αντικείμενο της ημερίδας. Να δούμε κατά πόσο μπορούμε να προβλέψουμε τι γίνεται αυτή τη στιγμή, ποιες είναι οι ασθένειες που πρέπει να προσέξουμε περισσότερο από κάποιες άλλες, να τις κατατάξουμε σε μια σειρά, να δούμε τι λείπει για να μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε και κατ’ επέκταση πώς θα μπορούσαμε να θωρακίσουμε την Ευρώπη, τον κόσμο, ειδικότερα την περιοχή μας εδώ από τέτοιες ασθένειες».
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, οι κίνδυνοι για την υγεία που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, μπορεί να είναι σημαντικοί και διαφορετικοί ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και συχνά μη αναστρέψιμοι. Οι παράγοντες επικινδυνότητας που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος και οι ασθένειες, είναι από τους σημαντικότερους συντελεστές της παγκόσμιας επιβάρυνσης της υγείας, όπου συμπεριλαμβάνεται ο υποσιτισμός (υπολογίζεται ότι σκοτώνει 3,7 εκατομμύρια ανθρώπους τον χρόνο), η διάρροια (1,9 εκατομμύριο), η ελονοσία (0,9 εκατομμύριο). Τέτοιες καταστάσεις και άλλες επιπτώσεις στην υγεία θα επηρεάζονται διαρκώς όσο επιταχύνονται οι κλιματικές αλλαγές, λόγω των αρνητικών τους επιπτώσεων στην παραγωγή τροφίμων, στα αποθέματα νερού και στην ανθρώπινη ανθεκτικότητα σε ξενιστές και παθογόνα μικρόβια. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, σύμφωνα με την ΠΟΥ, προβλέπεται να προκαλέσει σοβαρές απειλές για την υγεία, όπως μέσα από καταιγίδες, πλημμύρες, κύματα ξηρασίας και φωτιές, με συνέπειες στον περιορισμό των αποθεμάτων νερού, στη διάθεση τροφίμων και στην παροχή υγειονομικών υπηρεσιών. Οι υψηλές θερμοκρασίες θα αλλάξουν την κατανομή και θα αυξήσουν τη συνολική επιβάρυνση για ορισμένες ασθένειες που προέρχονται από ξενιστές, τρόφιμα και νερά.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 04/11/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire