Του Βασίλη Παπαβασιλείου
αναγνώριση.
«Το ελληνικό κρατικοδιοικητικό σύστημα, τρία χρόνια περίπου μετά την
υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, παραμένει ένα άταφο πτώμα. Μην ξεχνάμε
ότι εκείνη η υπογραφή, τον Μάιο του 2010, επισφράγισε τον "αιφνίδιο
θάνατο" του ελληνικού Δημοσίου. Η αθώα φράση "στις 19 Μαΐου δεν θα
έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις" αυτό σήμαινε επί της ουσίας.
Αρα, με όρους ιστορικού χρόνου, η Ελλάδα το τέλος το έχει πίσω της.
Αυτό, όμως, δεν έχει αναγνωριστεί, επειδή οι φυσικοί αυτουργοί αυτής της
καταστροφής (το σύστημα εξουσίας με την ευρύτερη έννοια του όρου) είναι
πάντα εδώ. Οι ολετήρες φόρεσαν από την πρώτη μέρα μάσκες επίδοξων
σωτήρων. Ο μόνος τρόπος για να σώσουν τον εαυτό τους ήταν αυτός: να
υποδυθούν τους σωτήρες της Ελλάδας. Αλλά, όπως το ξέρουν όλοι, ένα πτώμα
δεν χρειάζεται σωτηρία. Χρειάζεται ενταφιασμό. Τα Μνημόνια περιγράφουν
ακριβώς τους όρους του ενταφιασμού. Εχοντας, όμως, προκύψει «με το
πιστόλι στον κρόταφο», δίνουν, υποτίθεται, τη δυνατότητα στους φονιάδες
που καλούνται να παίξουν τους νεκροθάφτες να ισχυρίζονται το εξωφρενικό:
«Δεν φταίμε εμείς. Μας το επιβάλλει η τρόικα. Πρέπει να σας θάψουμε.
Αλλιώς δεν έχει επόμενη δόση και δεν υπάρχει σωτηρία"». (Τζον Ντέξετον,
«Το νεοελληνικό φαινόμενο».)
αποσύνθεση. «Γεωγραφικά, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες του ευρωπαϊκού
Νότου. Γενικότερα, η περίπτωσή της, ως μερικότητα, εμπίπτει στο συνολικό
ευρωπαϊκό πρόβλημα (κρίση χρέους, στρέβλωση του ενοποιητικού
εγχειρήματος, προβληματικότητα της ευρωζώνης, κ.τ.λ.) Πλην όμως, υπάρχει
ένας καταλυτικός παράγοντας που μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για
"ελληνική ιδιαιτερότητα". Πρόκειται για την κυρίαρχη συνθήκη της
ελληνικής ζωής τα τελευταία τριάντα -σαράντα χρόνια (ιδιωτικός πλούτος /
δημόσια φτώχεια) που θυμίζει την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών σύμφωνα
με τον Γκαλμπρέιθ. Η συνθήκη αυτή παραπέμπει σε μια κατάσταση εσωτερικής
λεηλασίας της χώρας που κορυφώθηκε ως υπονόμευση και, τελικά, αφανισμός
της κρατικοδιοικητικής υποστάσεώς της. Πολλά ιστορικά αίτια μπορεί να
επικαλεστεί κανείς για να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο. Ο διαχρονικός
πελατειακός χαρακτήρας του κράτους είναι ένα απ' αυτά. Ομως δεν αρκεί
για να καλύψει όλο το φάσμα της παθογένειας που οδήγησε σ' αυτό που
ζούμε σήμερα: την αποσύνθεση του ελληνικού Δημοσίου. Η εικόνα αυτή
παραπέμπει, είτε μας αρέσει είτε όχι, σε μια τραγική αποτυχία της
συνύπαρξης των Ελλήνων». (Τζον Ντέξετον, «Το νεοελληνικό φαινόμενο».)
Ντέξετον. Οπως διαπιστώνει ο αναγνώστης από τα αποσπάσματα που
παραθέτουμε, ο αμερικανός καθηγητής φαίνεται πως έχει εντρυφήσει με
ιδιαίτερο ζήλο στην «ελληνική περίπτωση». Την αντιμετωπίζει από την
απόσταση που επιβάλλει η επιστημονική δεοντολογία αλλά και με τη φόρτιση
που μπορεί να διακατέχει έναν φιλέλληνα. Για ένα πράγμα δεν θα μπορούσε
να τον κατηγορήσει κανείς: για έλλειψη σοβαρότητας. Το αντίθετο μάλλον:
μερικές φορές γίνεται πολύ αισθητή στο βιβλίο του η άρνηση ή η αποφυγή
υιοθέτησης ενός ερμηνευτικού κλειδιού των ελληνικών πραγμάτων, που
χρησιμοποιούν άλλοι αναλυτές και το βιώνουν σχεδόν όλοι οι Ελληνες.
Πρόκειται για τη δομική φονική γελοιότητα που χαρακτηρίζει από
γεννησιμιού της την κρατική μας υπόσταση. Είναι παράδοξο αυτό, αν
σκεφτεί κανείς τη βασική θέση του συγγραφέα, για την οποία μιλούσαμε το
περασμένο Σάββατο - ότι το «νεοελληνικό κράτος δεν το χρειαζόταν κανείς
πλην των ξένων κατασκευαστών του». Τι συνέβη; Εχασε το χιούμορ του ο
Ντέξετον ή παρέλυσε ξαφνικά από σεβασμό στα δεινά που υφίσταται σήμερα ο
ελληνικός λαός; Οπως και να 'χει, αφήνει έτσι χώρο στους αναγνώστες του
να αναπτύξουν, αν το επιθυμούν, μια τέτοια προσέγγιση.
υπογράφω. Αλλά δεν ψηφίζω. Διότι η δημοκρατική - κοινοβουλευτική
τάξη επιβάλλει να ψηφίζεται από τη νομοθετική ό,τι συμφωνείται (εμμέσως,
υπογράφεται) από την εκτελεστική εξουσία (π.χ., Μνημόνια, Μεσοπρόθεσμα,
Μέτρα.) Ομως, το χρονικό χάσμα ανάμεσα στη συμφωνία και την κύρωσή της
παράγει συνθήκες ψυχοδράματος για τον κοινοβουλευτικό παράγοντα της
πολιτικής διαδικασίας. Αυτό έχει δείξει η εμπειρία του πειραματόζωου σ'
αυτόν τον τομέα. Δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι επ' αυτού; Δεν θα
μπορούσαν να συναιρεθούν αυτές οι δύο διακριτές στιγμές, της συμφωνίας
και της κύρωσής της; Δεν θα μπορούσαν τα μέτρα πρώτα να ψηφίζονται και
μετά να συμφωνούνται; Κι αν κάποιοι πουν ότι αυτά γίνονται μόνο
«ποιητική αδεία», η απάντηση είναι απλή: ένα πειραματόζωο υπάρχει εξ
ορισμού μόνο «ποιητική αδεία».
Πηγή: Τα Νέα
Δημοσιεύτηκε στις 03/11/2012

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire