ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

dimanche 17 novembre 2013

Η Ελλάδα των ποιητών

Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Αναγνωστάκης...


Του Παντελή Μπουκάλα



Με τη μνήμη και τη σκέψη του κομμένη στα δύο, μισό Μικρασία - μισό Ελλάδα, και με τον νόστο στη γενέτειρα αδύνατο, λογικό ήταν να προσεγγίσει ο Γιώργος Σεφέρης τον ανθρώπινο βίο, ατομικό και συλλογικό, σαν περιπέτεια σε πέλαγος τρικυμισμένο και αφιλόξενο. Κανείς θεός δεν εγγυάται εκεί τη σωτηρία (έχει προλάβει άλλωστε να πει: «Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»). Και ο «αποθρώσκων καπνός» ίσως είναι από φωτιές πολέμου και καταστροφής, και όχι παρήγορο σημάδι από την εστία κάποιας γαλήνιας Ιθάκης. Φυσική ήταν επίσης η επιλογή του να ονομάσει Στράτη Θαλασσινό ένα από τα κύρια προσωπεία του και να δώσει τον τίτλο «Ημερολόγιο καταστρώματος» σε τρεις συλλογές του.
Λίγοι σκόρπιοι στίχοι του, σαν ψηφίδες μιας θαλασσογραφίας που τη βλέπω να μην επιδέχεται άλλα χρώματα από το μαύρο και το κόκκινο: «Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα που φέρνει την άλλη θάλασσα». «Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια. / - Ετσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κάνω; / τόσοι και τόσοι είναι πνιμένοι / κάτω στης θάλασσας τον πάτο». «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών». «Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη [...] Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά». «Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα; [...] Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;»

Συνεχίζω την αντιγραφή με το «Σπίτι κοντά στη θάλασσα», που κι αυτό ακόμα, ταραχή προκαλεί και στενοχώρια: «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Ετυχε / να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί». Ωσπου, στο ποίημα «Μνήμη Α΄» του «Ημερολογίου καταστρώματος, Γ΄» (1955), η επιγραφή «και η θάλασσα ουκ έστιν έτι», δάνειο από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, υπαγορεύει τα εξής: «Ψιθύρισα· “Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, / ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει, / ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη”». Και στο τελευταίο κείμενο των «Ποιημάτων» στον τόμο του «Ικαρου»: «Τώρα, / με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα / το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου, / η γύμνια ολόκληρης της ζωής [...] φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη / και να τη σπείρουν. / Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά». Η στωική κατάληξη θεμελιώνεται στη (σολωμικού ήθους) συμφιλίωση με τη γύμνια της ζωής.
Για τον Σεφέρη το πέλαγος, το Αιγαίο, δεν είναι ένας αθώος εξωιστορικός τόπος ευδίας και ευδαιμονίας, περίπου ελυτικός (λέω περίπου, γιατί το έργο του Ελύτη ήταν πολύ ουσιωδέστερο από την ακύμαντη γαλάζια ζωγραφιά με την οποία το ταύτισαν οι τουρίστες της ποίησης). Οπως δεν ήταν τόπος ανέφελος για τον Γιάννη Ρίτσο. Με πίκρα περισσότερο παρά με ειρωνική πρόθεση, στο ποίημα «Α. Β. Γ.» της συλλογής «Πέτρινος χρόνος» τού 1949 (γράφτηκε στη Μακρόνησο και πρωτοεκδόθηκε στο Βουκουρέστι το 1957) ο εξόριστος Ρίτσος επαναλαμβάνει τρεις φορές (ελαφρότατα παραλλαγμένη) την πρόταση «Α, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη». Την τρίτη φορά μάλιστα οξύνει το σχόλιό του προσθέτοντας το «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ - ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ». Με την επιλογή των κεφαλαίων είναι σαν να χαράζει επιτύμβιο πάνω σε μια πέτρα του ξερονησιού-νέου Παρθενώνα. Σε αυτόν τον ενδολογοτεχνικό διάλογο (ή αγώνα λόγου) είχε προηγηθεί ο Μανόλης Αναγνωστάκης, με το «Καινούργιο τραγούδι» των «Εποχών» (1945): «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας». Λέξεις-πρόκες...
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ποιητής με τη μικρασιατική καταγωγή δεν διάλεξε από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου μόνο το «έστιν θάλασσα - τίς δε νιν κατασβέσει;», που το απέδωσε με τη φράση «Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» στο «Μυθιστόρημα». Επιπλέον, αναψηλάφησε και ενσωμάτωσε στο ποίημά του «Με τον τρόπο τού Γ.Σ.» (1936) και τη βαριά εικόνα της επιστροφής των Αργείων από την Τροία, οι οποίοι, πληρώνοντας τα κρίματά τους, έπεσαν σε ανελέητη φουρτούνα. Για να γεμίσει έτσι νεκρά κορμιά το πέλαγος. Θυμίζω τους τελευταίους στίχους του ποιήματος (ένας από τους οποίους συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τους γνωμικούς καβαφικούς στίχους):
«Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει / κι αν “ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς” / είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι / εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν / την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ. / Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά / σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης / καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει / ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά. // Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει· / παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες... Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937».
Να πω πρώτα πόσο ωφελείται όποιος αγαπάει την ποίηση όταν (αντι)γράφει στίχους στη γραφομηχανή ή στον υπολογιστή. Στις δύο αισθήσεις, την όραση και την ακοή, που τον υπηρετούν όταν διαβάζει ένα ποίημα, προστίθεται μια τρίτη, η αφή: Οσο τα δάχτυλα αναζητούν ψηλαφητά το σωστό πλήκτρο, οι στίχοι, πέρα από τον ήχο και την εικόνα που ήδη διαθέτουν, αποκτούν και ύλη πια· είναι απτοί. Να θυμίσω έπειτα ότι το πασίγνωστο απόφθεγμα «η Ελλάδα με πληγώνει» στάθηκε αφορμή για να αναπτυχθεί ένας επιπλέον ενδοποιητικός διάλογος (έστω με τη μορφή μιας ανοιχτής, δημόσιας επιστολής, για την οποία δεν μάθαμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωσε ο κατεξοχήν παραλήπτης, ανώνυμος πλην ευδιάκριτος). Ο Αναγνωστάκης και πάλι, στο ποίημα «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.» της συλλογής «Ο στόχος», το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε στην ομαδική αντιστασιακή έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα» (1970): «Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής / Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές / Η Ελλάς των Ελλήνων». Ενα χρόνο πριν ο Ποιητής, ο Σεφέρης, είχε γράψει το εξής δίστιχο, με τίτλο «Από βλακεία»: «Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;» Ο Αναγνωστάκης όμως δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει, αφού το αντιχουντικό δίστιχο πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γ. Π. Σαββίδη, στο «Βήμα», μόλις στις 28.9.1974.
Θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή, πιάνοντας την αλληγορική εξεικόνιση μιας χώρας ως κλυδωνιζόμενου σκάφους στην πρωταρχή της: από τον μελικό Αλκαίο τον Μυτιληναίο.

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire