«Πες µας, Ανδρέα, πώς γίνεται η ψυχανάλυση; Ποια ακριβώς διαδικασία ακολουθείς;». «Να σας εξηγήσει ο Αγγελος». «Οχι, όχι», τον αντέκοψε ο Βαλής. «Εγώ ειδικεύοµαι στη ναρκοανάλυση, εσύ Ανδρέα, είσαι ο ειδικός». «Ναι, ναι, ο Ανδρέας», επέµεναν όλοι µαζί. Υστερα από πολλές αντιρρήσεις, ο Εµπειρίκος δέχτηκε τελικά. «Ποιος θα ψυχαναλυθεί;» ρώτησε σοβαρός. «Εγώ, εγώ», προσφέρθηκαν όλοι. «Αφήστε µε, φίλοι µου, να εκλέξω εγώ», και µας κοίταξε όλους έναν έναν προσεκτικά. «Εσείς, παρακαλώ», και σήκωσε το δάχτυλό του προς τον Θεοτοκά, «πλησιάστε, παρακαλώ. Θα πρέπει τώρα να ξαπλώσετε, ν' αναπαυθείτε σ' αυτό το ανάκλιντρο. Οριζοντιωθείτε, παρακαλώ». Πρόθυµος και γελαστός ο Γιώργος ξάπλωσε κι ο Ανδρέας κάθισε πίσω του (…).
«Σας ζητώ απόλυτη ησυχία, κύριοι, παρακαλώ. Και τώρα, φίλτατε Θεοτοκά, χαλαρωθείτε, αφήστε ελεύθερο το σώµα και το πνεύµα σας και προφέρετε µίαν λέξιν». «Τι λέξη;». «Μια οποιανδήποτε λέξιν, ελάτε, ελάτε». Ο Θεοτοκάς µιλιά. «Παρακαλώ, αφεθείτε και προφέρετε την πρώτη λέξιν που θα σας έρθει εις τον νουν». Βουβός ο Θεοτοκάς. «Είπον, είπον µίαν λέξιν, δεν σας ζητώ τίποτε το αδύνατον, ελάτε». Μουγγός πάντα ο Θεοτοκάς. «Μα επιτέλους, κύριε, µίαν και µόνον λέξιν σας ζητώ, ελάτε, ελάτε, προσπαθήστε, σας παρακαλώ». «Μπανάνα», πετάει ξαφνικά ο Θεοτοκάς. «Το πέος! Βεβαίως, κύριοι, το πέος, η πρωταρχική σκέψη του ανδρός. Θαυµάσια αρχή. Και τώρα άλλην µίαν λέξιν, παρακαλώ, ελάτε, µη διστάζετε». «Λεµόνια», ψιθυρίζει ο Θεοτοκάς. «Εξοχα! Τα στήθη της γυνής, πόλος έλξης της σεξουαλικής ορµής. Αλλην λέξιν γρηγορότερον, παρακαλώ (…) «Αχηβάδα», µουρµουρίζει ο Θεοτοκάς. Τα µάτια του Εµπειρίκου άστραψαν διαβολικά. «Οποία ευφροσύνη, ο υµήν του θήλεος! Γρηγορότερα τώρα, παρακαλώ, γρηγορότερα, βαδίζοµεν εις τον σωστόν δρόµον. Ελάτε, όσο το δυνατόν γρηγορότερον». «Μούσµουλα», πρόφερε αργά και σιγανά ο Θεοτοκάς. «Οι όρχεις! Τέλεια προετοιµασία για την ερωτικήν ιεροτελεστία». Ηταν µια σκηνή απίθανα κωµική (…) «Και τώρα, φίλτατε Θεοτοκά», ο Εµπειρίκος σοβαρός κι επίσηµος, «και τώρα, παρακαλώ, ας έλθοµεν εις την πράξιν...». «Αυτό ποτέ!» πετάχτηκε απάνω κατακόκκινος ο Θεοτοκάς. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Σαµατάς απερίγραπτος. Τη µεγαλύτερη φασαρία την έκανε ο Κατσίµπαλης. Χτυπούσε σαν τρελός τα µεριά του, χοροπηδώντας µε όλο το βάρος του πάνω στα λιγνά του πόδια, µπήζοντας κάτι άναρθρες κραυγές και κάτι γέλια που έµοιαζαν πιότερο µε µουγκρητά. Λίγο αργοπορηµένα γέλαγε τώρα µε την καρδιά του κι ο Γιώργος Θεοτοκάς, και µόνο ο Ανδρέας Εµπειρίκος έκπληκτος µας ρωτούσε: «Θέλω να γνωρίζω, κύριοι, ποία η αιτία τοιαύτης ιλαρότητος, ποία η αιτία;». Αλλο δυνατό ξέσπασµα γέλιου, όταν ξαφνικά µπαίνει µέσα πανικόβλητη η Κατίνα µας. «Η αστυνοµία, κυρία, η αστυνοµία», και ξωπίσω της πρόβαλαν δύο αστυνοµικοί. «Τι συµβαίνει, κύριοι;» προχώρησε προς το µέρος τους ο Βαλής, µεµιάς σοβαρός. «Σας ζητούµε συγγνώµη, κύριε Κατακουζηνέ, αλλά, περνώντας κάτω από το σπίτι σας, µέσα στην ησυχία της νύχτας, ακούσαµε κάτι γδούπους, κάτι ήχους περίεργους, κάτι φωνές, κι ανησυχήσαµε µη σας συµβαίνει τίποτα τέτοια ώρα. Μήπως κάνας τρελός πελάτης σας». «Ιδού ο ταραξίας, συλλάβετέ τον», κι ο Σεφέρης έδειξε µε το δάχτυλο τον Κατσίµπαλη. Οι αστυνοµικοί κινήθηκαν προς το µέρος του Γιώργου. «Απλώς γελούσαµε, κύριοι», τους σταµάτησε ο Βαλής. (…) «Είστε ανώριµοι, φίλοι µου», παρατηρούσε αργότερα ο Εµπειρίκος, «εξευτελίσατε την επιστήµην. Και ξαφνικά ο Σεφέρης είπε: «Πες µου, Ανδρέα, όταν είπες και τώρα εις την πράξιν, πώς το εννοούσες δηλαδή;». «Αρνούµαι οποιανδήποτε συζήτησιν επάνω εις αυτό το θέµα», είπε χολιασµένος τώρα ο Εµπειρίκος. Κι ο Κατσίµπαλης: «Βρε, αθεόφοβε Θεοτοκά, τι σου 'ρθε να µιλάς για µπανάνες, λεµόνια και µούσµουλα; Μανάβης είσαι;». «Ξέρω κι εγώ, Γιώργο, να, έτσι µου ’ρθαν οι λέξεις, δίχως να τις σκεφτώ»
Πηγή: www.tanea.gr
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire