Του Μιχαλάκη Χριστοδουλίδη
Το μόνο υπαρκτό πρόβλημα στον τόπο μας, αυτή τη στιγμή, είναι οι βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Μαΐου και η παρουσίαση των υποψηφίων των κομμάτων, οι οποίοι θέλουν να τους εμπιστευτούμε… για να αλλάξει η ζωή μας, χωρίς να ξέρουμε πώς και γιατί! Είναι ξεκάθαρο πως τόσο στο Κυπριακό, όσο και στα θέματα της οικονομίας, βρισκόμαστε μπροστά σε τραγικά αδιέξοδα. Μάς τρομοκρατεί και μόνο η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να έχουμε την ίδια δυστυχή κατάληξη με την Ελλάδα, εγγυήτρια δύναμη της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία δεν διαθέτει κονδύλια ούτε για στοιχειώδη συντήρηση των περιπολικών της ελληνικής αστυνομίας, που δεν μπορούν να κυνηγήσουν επικίνδυνους εγκληματίες λόγω βλαβών! Είναι γεγονός πως, διαχρονικά, το ενεχυροδανειστήριο του Κυπριακού έχει χρησιμεύσει ως αποκούμπι και ως κατ’ εξοχήν πρόσχημα για την επιβίωση του πολιτικού και κομματικού μας συστήματος. Χωρίς να επηρεάσει ποσώς τις σπάταλες συνήθειες, τις απολαβές και επιδόματα των μανδαρίνων του πολιτικού μας βίου. Διότι, το ενεχυροδανειστήριο του Κυπριακού, διαθέτει, ως φαίνεται, ισχυρά αποθέματα ψήφων… Έτσι, ανά πενταετία, επαυξάνονται, ενδυναμώνονται και ύστερα… εξατμίζονται(!), οι «πατριωτικές» φωνές, οι οποίες έχουν έτοιμη στο πιάτο τη «λύση» του εθνικού μας προβλήματος, τα «ουδέποτε» και τα «θα». Ιδίως, όταν πρόκειται να βροντοφωνάξουμε όχι το τι ακριβώς θέλουμε, αλλά το τι συνήθως δεν θέλουμε ή απορρίπτουμε. Πάντως, ξέρουμε… τι δεν θέλουμε! Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκειται στην ατέρμονη και μονότονη παρελθοντολογία των κομμάτων, μέσω της οποίας προσπαθούν, απεγνωσμένα, να απαλείψουν τη μνήμη και τις όποιες αντιστάσεις μάς έχουν απομείνει. Μέσω της οποίας προσπαθούν, επίσης, να χαλιναγωγήσουν τις υψηλές απαιτήσεις που προβάλλουν απέναντι στα κόμματα και τους υποψηφίους τους οι Ευρωπαίοι, πλέον, Κύπριοι πολίτες. Όποτε τους βολεύει, σταθερά και πάντα ανά πενταετία, θέλουν και επιχειρούν να στρέψουν την προσοχή μας στην αποτυχία όλων των άλλων -πλην των ιδίων- ή σε διεθνείς συνωμοσίες και εγκεφάλους ή στον Μακάριο και τον Γρίβα ή σε κάποια ποδοσφαιρικά σωματεία και στους χούλιγκαν των γηπέδων… Εν ανάγκη, είναι ικανοί και άξιοι να ενοχοποιήσουν τους πολίτες για τα λάθη και τις παλινδρομήσεις των κομμάτων… Ούτε λέξη για τυχόν δικές τους ευθύνες και παραλείψεις! Έτσι, το Κυπριακό φαίνεται, πλέον, να είναι περισσότερο ένα κοινωνικό πρόβλημα παρά πολιτικό! Μιλούμε για τις κοινωνικές του πτυχές και τις επιπτώσεις επί του εδάφους της παρατεινόμενης στρατιωτικής κατοχής, η οποία, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, μηδένα ενοχλεί και μηδένα απασχολεί. Μιλούμε για το «ανθρωπιστικό» θέμα των εποίκων και των οικογενειών τους, ενώ, ταυτόχρονα, ο Έρογλου, «εν χορδαίς και οργάνοις» με την Τουρκία, απαιτεί, στην πράξη, δύο χωριστά κράτη, διατήρηση των εγγυήσεων της Τουρκίας, τουρκική επικυριαρχία στο νότο και παραμονή όλων των εποίκων.
Ο κ. Έρογλου, ούτε τις συσσωρευμένες παραχωρήσεις μας, στο πέρασμα των ετών, αναγνωρίζει, αλλά ούτε και οι πιο πρόσφατες γενναιόδωρες μονομερείς προσφορές της πλευράς μας στο κεφαλαιώδες θέμα της Διακυβέρνησης φαίνεται να τον συγκινούν! Ομοίως και ο ΓΓτου ΟΗΕ, ο οποίος στην έκθεση καλών του υπηρεσιών για το Κυπριακό εξακολουθεί να τηρεί «ίσες αποστάσεις» μεταξύ των μερών, όπως και οι προκάτοχοί του. Τι άλλο απέμεινε να δώσουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
Εξ όσων φαίνεται, η Τουρκία διαθέτει κονδύλια για τη συντήρηση των δικών της περιπολικών, εν αντιθέσει με την Ελλάδα… Με αποτέλεσμα, να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από μια πολιτική καταδίωξη που πραγματοποιείται, ακατάπαυστα, με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα…, επί 36 συναπτά έτη! Προπάντων, αυτό που διαφαίνεται στην πράξη, είναι η αποτυχία και των δύο διαχρονικά παγιωμένων σχολών σκέψης στο Κυπριακό: Τόσο η πολιτική της λεγόμενης πρόταξης, όσο και η πολιτική του λεγόμενου καλού παιδιού, έχουν αποτύχει να θέσουν έστω τα θεμέλια μιας ευρωπαϊκής και δημοκρατικής λύσης του εθνικού μας προβλήματος.
Συνομιλούμε και διαπραγματευόμαστε τη λύση του Κυπριακού, χωρίς να έχει αποχωρήσει από την Κύπρο έστω και ένας Τούρκος στρατιώτης. Και χωρίς να επιστρέψει η κατοχική Τουρκία σπιθαμή κυπριακού εδάφους! Για μια λύση που φαίνεται, σήμερα, απόμακρη και ξένη όσον αφορά τις προσδοκίες των πολιτών. Με αποτέλεσμα, να εξανεμιστεί ή τουλάχιστο να εξασθενήσει η λαϊκή βούληση, όπως αυτή εκφράστηκε στο δημοψήφισμα του 2004. Διότι, στο ενεχυροδανειστήριο του Κυπριακού, η λαϊκή ψήφος εξακολουθεί να χρησιμεύει ως άλλοθι.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire