Του Μπάμπη Παπαδημητρίου
Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα μόλις ξεκινούσε η Ευρωζώνη, στη Γερμανία, ο υποψήφιος για την καγκελαρία, που τελικά ξανακέρδισε, δεσμεύτηκε ότι η ανεργία δεν θα ξεπεράσει τα 4 εκατομμύρια άτομα. Δεν είναι καθόλου μικρό. Ηταν όμως ένα συγκεκριμένο όριο. Η εύκολη ερμηνεία εκείνης της νίκης των Σοσιαλδημοκρατών μιλάει για τις πλημμύρες και την ταχύτητα με την οποία μετέβη επί τόπου ο Σρέντερ.
Πιστεύουμε ότι οι κατά πλειοψηφίαν αποφάσεις των λαών είναι ετεροκαθοριζόμενες. Δεν εννοώ πως η διαμεσολάβηση των μίντια δεν διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Ούτε ότι μια «έξυπνη» στρατηγική τοποθέτησης μιας ιδέας και του φορέα της, κάποιου πολιτικού δηλαδή, δεν μπορεί να επηρεάσει, κάποτε καταλυτικά, το τελικό αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας. Οι αποφάσεις του πληθυσμού, προσδιορίζονται από πραγματικά γεγονότα. Οπως η ανεργία, οι ευκαιρίες απασχόλησης, το ύψος του εισοδήματος και το επίπεδο των φόρων.
Το σπουδαίο στην υπόσχεση του Σρέντερ ήταν ότι, μετά τις εκλογές, δεσμεύτηκε μαζί του ολόκληρη η γερμανική κοινωνία. Συνδικάτα, επιχειρήσεις, κρατικοί οργανισμοί και εκκλησίες δούλεψαν από κοινού για έναν στόχο: να χαθούν οι λιγότερες δυνατόν θέσεις εργασίας. Οι μισθοί συγκρατήθηκαν ή μειώθηκαν κιόλας. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν. Η ένταση της εργασίας αυξήθηκε. Στο τέλος της δεκαετίας, απέναντι σε μια κρίση απροσδιόριστων διαστάσεων, η γερμανική κοινωνία κατορθώνει να δημιουργεί επαρκείς πόρους, ώστε να διαφυλάσσει τη συνοχή της. Τον Απρίλιο, οι άνεργοι ήσαν 2,97 εκατομμύρια, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 1992.
Στην Ελλάδα συμβαίνουν τα αντίθετα. Σε βαθμό εξευτελισμού της ιστορίας μας και των κοινωνικών κατακτήσεων. Τον Μάρτιο, οι άνεργοι υπολογίστηκαν σε 811.340 άτομα. Οσοι δεν εργάζονται, οι «οικονομικά μη ενεργοί» είναι 4.335.461 άτομα. Και είναι λιγότεροι από όσους δουλεύουν: οι «απασχολούμενοι» είναι 4.185.325 άτομα. Το στοιχείο αυτό δείχνει το μέγεθος της καταστροφής που έχει επιφέρει η κρίση και το οποίο μεγεθύνει η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.
Η ανεργία υπολογίζεται ως ποσοστό όσων δεν βρίσκουν εργασία επί του συνόλου εργαζομένων και ανέργων. Αν αφαιρέσουμε το 1.200.000 άτομα των οποίων η εργασία δεν συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο ανεργίας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ και μερικές μεγάλες επιχειρήσεις), η ανεργία ξεπερνά το 21%. Αυτό είναι το χειρότερο χαρακτηριστικό της παρούσας κρίσης. Για το οποίο, οι πολιτικοί μας δεν δείχνουν καμία «στεναχώρια». Πολύ περισσότερο τρέμουν στην ιδέα μήπως στριμωχτούν κάποιοι από τους επί δεκαετίες διορισμένους «δικούς τους» στο ατελείωτο Δημόσιο. Τρομάζουν στη σκέψη ότι μπορεί να κινδυνέψουν οι «καταθέσεις» τους ή κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο «τους».
Κατά κανόνα, εμείς οι δημοσιογράφοι «κλαίμε» για την υψηλή ανεργία των νέων. Πράγματι, στις ηλικίες από 15 ώς 24 ετών, το ποσοστό φτάνει στο 42,5% ή, περίπου, 130 χιλιάδες νεαρά άτομα. Καταγγέλλουμε το γεγονός, αλλά αρνούμαστε να κοιτάξουμε τρεις αιτίες: την παράνομη εργασία (κυρίως των μεταναστών), το απαγορευτικά υψηλό πρώτο μεροκάματο των συμβάσεων εργασίας και την έλλειψη επαρκούς εξειδίκευσης.
Στο μεταξύ, όμως, η ανεργία έχει χτυπήσει αλλού και με τον χειρότερο τρόπο. Στις πιο παραγωγικές, για τις επιχειρήσεις και την κοινωνία, ηλικίες η ανεργία καταδικάζει γυναίκες και άνδρες και μαζί τις οικογένειές τους στην απόγνωση. Στις ηλικίες 35-44 ετών η ανεργία έφτασε στο 13,1% ή 196.700 άτομα, από συνήθως γύρω στο 7%. Στην επόμενη κλάση, από 45-54 ετών, οι 129.000 άνεργοι (ποσοστό 10,8% έναντι προ κρίσης λίγο πάνω από 5%), η καταστροφή των οικογενειακών δομών και της ισορροπίας των οικογενειακών προϋπολογισμών, είναι συντριπτική.
Υπάρχουν 325 χιλιάδες άνεργοι μεταξύ 35 και 55 ετών. Δεν γνωρίζω πόσοι απ' αυτούς κατεβαίνουν στις πλατείες. Δεν ξέρω πόσοι συμμετέχουν στις κολόνες των διαδηλωτών κάτω από τα πανό των συνδικάτων. Θα ευχόμουν, όλοι, και στη μια και στην άλλη περίπτωση. Με μια προϋπόθεση: να ζητήσουν, επιτέλους, από τους πολιτικούς να κλείσουν το κρατικό έλλειμμα και να αφήσουν την ιδιωτική οικονομία να βρει τον δρόμο της δίχως παρεμβάσεις και καθοδηγήσεις. Πρώτα θα βάλουμε τον κόσμο πίσω στη δουλειά και μετά θα επιστρέψει η ανάπτυξη.
Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο. Στη θεωρία των οικονομικών μηχανισμών, μια τόσο μεγάλη αύξηση της ανεργίας θα οδηγούσε σε αφόρητη πίεση επί των αμοιβών. Πράγματι, οι αμοιβές συμπιέστηκαν. Υπολογίζεται ότι οι μέσες αποδοχές μειώθηκαν κατά 5% το 2010. Το κόστος εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα (ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και τράπεζες) μειώθηκε 1,8% το 2010 και εκτιμάται πως θα μειωθεί 2,7% εφέτος.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της βελτίωσης κόστους προκύπτει από τη μεγαλύτερη ανεργία. Η σημερινή κυβερνητική ομάδα (και η αντιπολίτευση;) πιστεύει ότι όσοι έχουν εργασία πρέπει να προστατεύονται περισσότερο από όσους τη χάνουν. Γι' αυτό, οι περισσότερες επιχειρηματικές ενώσεις εξακολουθούν να υπερασπίζονται τις ενιαίες αμοιβές των συλλογικών συμβάσεων. Το μυστικό της απότομης ανόδου της ανεργίας κρύβεται εδώ ακριβώς: όσο η αγορά εργασίας παραμένει άκαμπτη, τόσο θα καθυστερεί η ανάκαμψη και άλλο τόσο θα μεγαλώνει η ανεργία.
Πηγή: Η Καθημερινή
Δημοσιεύτηκε στις 12/06/2011
Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα μόλις ξεκινούσε η Ευρωζώνη, στη Γερμανία, ο υποψήφιος για την καγκελαρία, που τελικά ξανακέρδισε, δεσμεύτηκε ότι η ανεργία δεν θα ξεπεράσει τα 4 εκατομμύρια άτομα. Δεν είναι καθόλου μικρό. Ηταν όμως ένα συγκεκριμένο όριο. Η εύκολη ερμηνεία εκείνης της νίκης των Σοσιαλδημοκρατών μιλάει για τις πλημμύρες και την ταχύτητα με την οποία μετέβη επί τόπου ο Σρέντερ.
Πιστεύουμε ότι οι κατά πλειοψηφίαν αποφάσεις των λαών είναι ετεροκαθοριζόμενες. Δεν εννοώ πως η διαμεσολάβηση των μίντια δεν διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Ούτε ότι μια «έξυπνη» στρατηγική τοποθέτησης μιας ιδέας και του φορέα της, κάποιου πολιτικού δηλαδή, δεν μπορεί να επηρεάσει, κάποτε καταλυτικά, το τελικό αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας. Οι αποφάσεις του πληθυσμού, προσδιορίζονται από πραγματικά γεγονότα. Οπως η ανεργία, οι ευκαιρίες απασχόλησης, το ύψος του εισοδήματος και το επίπεδο των φόρων.
Το σπουδαίο στην υπόσχεση του Σρέντερ ήταν ότι, μετά τις εκλογές, δεσμεύτηκε μαζί του ολόκληρη η γερμανική κοινωνία. Συνδικάτα, επιχειρήσεις, κρατικοί οργανισμοί και εκκλησίες δούλεψαν από κοινού για έναν στόχο: να χαθούν οι λιγότερες δυνατόν θέσεις εργασίας. Οι μισθοί συγκρατήθηκαν ή μειώθηκαν κιόλας. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν. Η ένταση της εργασίας αυξήθηκε. Στο τέλος της δεκαετίας, απέναντι σε μια κρίση απροσδιόριστων διαστάσεων, η γερμανική κοινωνία κατορθώνει να δημιουργεί επαρκείς πόρους, ώστε να διαφυλάσσει τη συνοχή της. Τον Απρίλιο, οι άνεργοι ήσαν 2,97 εκατομμύρια, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 1992.
Στην Ελλάδα συμβαίνουν τα αντίθετα. Σε βαθμό εξευτελισμού της ιστορίας μας και των κοινωνικών κατακτήσεων. Τον Μάρτιο, οι άνεργοι υπολογίστηκαν σε 811.340 άτομα. Οσοι δεν εργάζονται, οι «οικονομικά μη ενεργοί» είναι 4.335.461 άτομα. Και είναι λιγότεροι από όσους δουλεύουν: οι «απασχολούμενοι» είναι 4.185.325 άτομα. Το στοιχείο αυτό δείχνει το μέγεθος της καταστροφής που έχει επιφέρει η κρίση και το οποίο μεγεθύνει η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.
Η ανεργία υπολογίζεται ως ποσοστό όσων δεν βρίσκουν εργασία επί του συνόλου εργαζομένων και ανέργων. Αν αφαιρέσουμε το 1.200.000 άτομα των οποίων η εργασία δεν συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο ανεργίας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ και μερικές μεγάλες επιχειρήσεις), η ανεργία ξεπερνά το 21%. Αυτό είναι το χειρότερο χαρακτηριστικό της παρούσας κρίσης. Για το οποίο, οι πολιτικοί μας δεν δείχνουν καμία «στεναχώρια». Πολύ περισσότερο τρέμουν στην ιδέα μήπως στριμωχτούν κάποιοι από τους επί δεκαετίες διορισμένους «δικούς τους» στο ατελείωτο Δημόσιο. Τρομάζουν στη σκέψη ότι μπορεί να κινδυνέψουν οι «καταθέσεις» τους ή κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο «τους».
Κατά κανόνα, εμείς οι δημοσιογράφοι «κλαίμε» για την υψηλή ανεργία των νέων. Πράγματι, στις ηλικίες από 15 ώς 24 ετών, το ποσοστό φτάνει στο 42,5% ή, περίπου, 130 χιλιάδες νεαρά άτομα. Καταγγέλλουμε το γεγονός, αλλά αρνούμαστε να κοιτάξουμε τρεις αιτίες: την παράνομη εργασία (κυρίως των μεταναστών), το απαγορευτικά υψηλό πρώτο μεροκάματο των συμβάσεων εργασίας και την έλλειψη επαρκούς εξειδίκευσης.
Στο μεταξύ, όμως, η ανεργία έχει χτυπήσει αλλού και με τον χειρότερο τρόπο. Στις πιο παραγωγικές, για τις επιχειρήσεις και την κοινωνία, ηλικίες η ανεργία καταδικάζει γυναίκες και άνδρες και μαζί τις οικογένειές τους στην απόγνωση. Στις ηλικίες 35-44 ετών η ανεργία έφτασε στο 13,1% ή 196.700 άτομα, από συνήθως γύρω στο 7%. Στην επόμενη κλάση, από 45-54 ετών, οι 129.000 άνεργοι (ποσοστό 10,8% έναντι προ κρίσης λίγο πάνω από 5%), η καταστροφή των οικογενειακών δομών και της ισορροπίας των οικογενειακών προϋπολογισμών, είναι συντριπτική.
Υπάρχουν 325 χιλιάδες άνεργοι μεταξύ 35 και 55 ετών. Δεν γνωρίζω πόσοι απ' αυτούς κατεβαίνουν στις πλατείες. Δεν ξέρω πόσοι συμμετέχουν στις κολόνες των διαδηλωτών κάτω από τα πανό των συνδικάτων. Θα ευχόμουν, όλοι, και στη μια και στην άλλη περίπτωση. Με μια προϋπόθεση: να ζητήσουν, επιτέλους, από τους πολιτικούς να κλείσουν το κρατικό έλλειμμα και να αφήσουν την ιδιωτική οικονομία να βρει τον δρόμο της δίχως παρεμβάσεις και καθοδηγήσεις. Πρώτα θα βάλουμε τον κόσμο πίσω στη δουλειά και μετά θα επιστρέψει η ανάπτυξη.
Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο. Στη θεωρία των οικονομικών μηχανισμών, μια τόσο μεγάλη αύξηση της ανεργίας θα οδηγούσε σε αφόρητη πίεση επί των αμοιβών. Πράγματι, οι αμοιβές συμπιέστηκαν. Υπολογίζεται ότι οι μέσες αποδοχές μειώθηκαν κατά 5% το 2010. Το κόστος εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα (ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και τράπεζες) μειώθηκε 1,8% το 2010 και εκτιμάται πως θα μειωθεί 2,7% εφέτος.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της βελτίωσης κόστους προκύπτει από τη μεγαλύτερη ανεργία. Η σημερινή κυβερνητική ομάδα (και η αντιπολίτευση;) πιστεύει ότι όσοι έχουν εργασία πρέπει να προστατεύονται περισσότερο από όσους τη χάνουν. Γι' αυτό, οι περισσότερες επιχειρηματικές ενώσεις εξακολουθούν να υπερασπίζονται τις ενιαίες αμοιβές των συλλογικών συμβάσεων. Το μυστικό της απότομης ανόδου της ανεργίας κρύβεται εδώ ακριβώς: όσο η αγορά εργασίας παραμένει άκαμπτη, τόσο θα καθυστερεί η ανάκαμψη και άλλο τόσο θα μεγαλώνει η ανεργία.
Πηγή: Η Καθημερινή
Δημοσιεύτηκε στις 12/06/2011
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire