Της Μαρίας Μαρή*
Η Τρισεύγενη του Κ. Παλαμά ανήκει σε ένα είδος θεάτρου, το θέατρο ιδεών, το οποίο εκφράζει ένα κίνημα που στην Ευρώπη εκπροσωπείται από τον Ίψεν. Αντιπροσωπεύει μια στροφή στα έθιμα και τις παραδόσεις, σε κείμενα που αφορούν τη συνοχή του έθνους. Το έργο έχει γραφτεί το 1912, κατόπιν παρότρυνσης του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, μετά την ίδρυση της Νέας Σκηνής, για συγγραφή έργων για την αναγέννηση του ελληνικού θεάτρου. Έτσι, μέσα στα χρόνια οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής εξέλιξης εμφανίζεται ένα δράμα για την απελευθερωμένη ψυχή, τη ζωή στην ύπαιθρο, τις δοξασίες, τις προκαταλήψεις, την καταστροφή του διαφορετικού και του όμορφου. Το έργο χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και ποιητικό ρυθμό που κάνει πιο δύσκολο το ανέβασμά του. Είναι σίγουρο ότι ο συγγραφέας κρύβεται πίσω από τα σκηνικά πρόσωπα.
Η Τρισεύγενη είναι μια φύση ανένταχτη, μια αλαφροΐσκιωτη, που βλέπει «πράγματα», που μιλά με τα στοιχειά, που συγκλονίζεται από τα συναισθήματά της, που προσδίδει στα γήινα μια δύναμη, μια ορμή που τα ανυψώνει και ανυψώνεται και αυτή μαζί.
Έτσι είναι η Τρισεύγενη και το alter ego της, η Ποθούλα, μόνο που η δεύτερη, αν και από την ίδια στόφα, έχει βαρίδια στα πόδια. Μόνο να την αφουγκράζεται μπορεί, να βλέπει οράματα και όνειρα, είναι όμως πλάσμα της γης, δεν δημιουργεί εντάσεις, διενέξεις, πάθη και συμφορές όπως η Τρισεύγενη. Ποιος όμως θα μπορούσε να επιτρέψει σ’ ένα πλάσμα σαν κι αυτό να υπάρχει; Ο περίγυρος τη ζηλεύει, ο πατέρας και ο άντρας της θέλουν να την ελέγχουν. Εκείνη είναι η ίδια η ελευθερία και δεν περιορίζεται ούτε ελέγχεται.
Στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που σκηνοθέτησε η Λυδία Κονιόρδου όλα πήραν ζωή σ’ ένα σκηνικό πίνακα όπου αρχικά κυριαρχεί η παρουσία της γοργόνας, άρα του μύθου, και μια βάρκα. Αυτή μαζί με τα χρώματα του ορίζοντα αποτελούν άμεση αναφορά στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου.
Η σκηνή κατακλύζεται από χωρικές και χωρικούς με καλάθια και πραμάτειες. Κυριαρχούν τα κουτσομπολιά για την Τρισεύγενη (Στεφανία Γουλιώτη) και τον Πέτρο Φλώρη (Νίκος Κουρής). Μόνο μία κοπέλα δεν σχολιάζει, η Ποθούλα (Τζίνα Θλιβέρη). Η παρουσία του χορού εδώ αναδεικνύει την ελληνική επαρχία και αποτελεί λυδία λίθο πάνω στην οποία διαγράφεται η φυσιογνωμία της Τρισεύγενης.
Ξεχωρίζουν οι χαρακτήρες, ο αυταρχικός και συνάμα χειραγωγούμενος πατέρας (Φαίδων Καστρής) που καταριέται την κόρη του, μόλις μαθαίνει ότι αγαπά τον Πέτρο Φλώρη. Αντιπαθής σε όλο το έργο, μόνο μετά το τραγικό τέλος, κατακρημνισμένος και φανερά συντετριμμένος, μαζεύει συμβολικά τα θραύσματα της σπασμένης στάμνας μαζί με τον Πέτρο Φλώρη, σε μια κυκλική κίνηση μοιρολογιού.
Ο Πέτρος Φλώρης, παθιασμένος σε όλα του, στην αγάπη, την εκδίκηση, το μίσος του για τον Δεντρογαλή που φέρθηκε άσχημα στον δικό του πατέρα, ξεκαθαρίζει ότι η Τρισεύγενη είναι ξεχωριστή γιατί η μητέρα της, η πρώτη γυναίκα του Δεντρογαλή, από την Βλαχία, είχε ήθος, σε αντίθεση με τη δεύτερη.
Η διδασκαλία ανέδειξε τον ρόλο της Τρισεύγενης όχι μόνο όσον αφορά την ηθοποιό αλλά και την αντίθεση με τον περίγυρό της, τις αδιάκριτες, κουτσομπόλες, κοντόφθαλμες χωριανές, τον αυστηρό, υποχείριο μιας γυναίκας πατέρα, τον ορμητικό, εκδικητικό, κυριαρχικό σύζυγο. Μπόρεσε σκηνοθετικά να αποδώσει το πνεύμα του ποιητή και να αναβιώσει επί σκηνής το χρώμα της επαρχίας όπου έζησε ο Παλαμάς και η Τρισεύγενή του...
* Η Μ. Μαρή είναι θεατρολόγος και εκπαιδευτικός

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire