ΕΦΗΜΕΡΑ
Της Χρυστάλλας Χατζηδημητρίου
«ΝΑμάθω τι απέγινε το παιδί μου κι ας κλείσω πια τα μάτια». Πόσες φορές το ακούσαμε από μαυροφορεμένες μάνες, έχοντας την εντύπωση πως πρόκειται για σχήμα λόγου. Κι όμως.
Η Μαρία Ψαρά, έζησε 37χρόνια αναμένοντας μια είδηση, ψάχνοντας μια απάντηση, κάνοντας με το μυαλό της χιλιάδες υποθέσεις, πιστεύοντας, ίσως, πολλές φορές πως τον είδε το γιο της στο πρόσωπο κάποιου άγνωστου, πως άκουσε την φωνή του. Πόσες φορές στο κτύπημα του τηλεφώνου θέλησε να πιστέψει πως στην άλλη γραμμή θα ακούσει ένα νέο. Όσο απίθανο κι αν φαινόταν πια με το πέρασμα των χρόνων. Παρέστη σε εκατοντάδεςσυγκεντρώσεις, άκουσε χιλιάδες υποσχέσεις, περιέφερε τη φωτογραφία του όπου μπορούσε μπας και μάθει κάτι.
Όσο την έπαιρναν οι δυνάμεις της, μαζί με άλλες γυναίκες. Μέχρι που οι πιο πολλές χάθηκαν, γέρασαν, δεν βαστούσαν… και έμειναν στο σπίτι, με μια φωτογραφία δίπλα τους και ένα μόνιμο: «Τι να απέγινε; Τον σκότωσαν; Πώς τον σκότωσαν; Υπέφερε;». Ήταν 23 χρόνων το 1974 κι αυτή κάπου στα 45. Τόσο νέοι κι οι δυο που σήμερα μας είναι δύσκολο να φανταστούμε πως η ζωή ενός ανθρώπου στα 45 μπορεί να ανατραπεί με τέτοιον τρόπο και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του αναμένοντας και ψάχνοντας μια απάντηση.
Την πήρε την απάντηση. Τον περασμένο Απρίλη, μετά από 37 χρόνια. Ο γιος της, ο Κώστας, σκοτώθηκε, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό τους, το Μπέλα Πάις, και τον έθαψαν μαζί με άλλους μέσα στα καμίνια της περιοχής. Δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Δικαιούταν να ξεκουραστεί. Το χαμένο κομμάτι του παζλ της ζωής της μπήκε στη θέση του. Λίγες βομάδες μετά έφυγε κι αυτή, θυμίζοντας μας το δράμα εκατοντάδων ανθρώπων που μέσα στο χωνευτήρι της ζωής, χάθηκαν, κι ενώ εμείς επαναλάβαμε τόσες φορές πως δεν θα ξεχάσουμε, ξεχάσαμε.
Τελικά, όταν μια μάνα λέει «να μάθω τι απέγινε το παιδί μου κι ας κλείσω πια τα μάτια» το εννοεί. Κι αυτό συμπυκνώνει όλο τον πόνο τους.
Η Μαρία Ψαρά, έζησε 37χρόνια αναμένοντας μια είδηση, ψάχνοντας μια απάντηση, κάνοντας με το μυαλό της χιλιάδες υποθέσεις, πιστεύοντας, ίσως, πολλές φορές πως τον είδε το γιο της στο πρόσωπο κάποιου άγνωστου, πως άκουσε την φωνή του. Πόσες φορές στο κτύπημα του τηλεφώνου θέλησε να πιστέψει πως στην άλλη γραμμή θα ακούσει ένα νέο. Όσο απίθανο κι αν φαινόταν πια με το πέρασμα των χρόνων. Παρέστη σε εκατοντάδεςσυγκεντρώσεις, άκουσε χιλιάδες υποσχέσεις, περιέφερε τη φωτογραφία του όπου μπορούσε μπας και μάθει κάτι.
Όσο την έπαιρναν οι δυνάμεις της, μαζί με άλλες γυναίκες. Μέχρι που οι πιο πολλές χάθηκαν, γέρασαν, δεν βαστούσαν… και έμειναν στο σπίτι, με μια φωτογραφία δίπλα τους και ένα μόνιμο: «Τι να απέγινε; Τον σκότωσαν; Πώς τον σκότωσαν; Υπέφερε;». Ήταν 23 χρόνων το 1974 κι αυτή κάπου στα 45. Τόσο νέοι κι οι δυο που σήμερα μας είναι δύσκολο να φανταστούμε πως η ζωή ενός ανθρώπου στα 45 μπορεί να ανατραπεί με τέτοιον τρόπο και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του αναμένοντας και ψάχνοντας μια απάντηση.
Την πήρε την απάντηση. Τον περασμένο Απρίλη, μετά από 37 χρόνια. Ο γιος της, ο Κώστας, σκοτώθηκε, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό τους, το Μπέλα Πάις, και τον έθαψαν μαζί με άλλους μέσα στα καμίνια της περιοχής. Δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Δικαιούταν να ξεκουραστεί. Το χαμένο κομμάτι του παζλ της ζωής της μπήκε στη θέση του. Λίγες βομάδες μετά έφυγε κι αυτή, θυμίζοντας μας το δράμα εκατοντάδων ανθρώπων που μέσα στο χωνευτήρι της ζωής, χάθηκαν, κι ενώ εμείς επαναλάβαμε τόσες φορές πως δεν θα ξεχάσουμε, ξεχάσαμε.
Τελικά, όταν μια μάνα λέει «να μάθω τι απέγινε το παιδί μου κι ας κλείσω πια τα μάτια» το εννοεί. Κι αυτό συμπυκνώνει όλο τον πόνο τους.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire