ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

dimanche 13 mars 2011

Ριζικές οι αλλαγές στην Αθήνα από την απογραφή του 2001

 
 
Δέκα χρόνια μετά, το κέντρο βουλιάζει σε μία άνευ προηγουμένου υποβάθμιση

Της Λινας Γιανναρου
Τα ρεπορτάζ για την τελευταία απογραφή πληθυσμού («ωραίοι είμαστε, αλλά πόσοι είμαστε;» όπως ήταν το περίφημο σλόγκαν), το 2001, γράφονταν στα γραφεία της «Κ» στην Ομόνοια. Ακόμη τότε, η εφημερίδα στεγαζόταν στο κτίριο της οδού Σωκράτους, δίπλα στους λουκουμάδες Κτιστάκη και διαγώνια από την Πολυκλινική Aθηνών. Κανένα μεσημέρι, στις μεγάλες πείνες, παραγγέλναμε μπριζόλες στη λαδόκολλα από τον Αίνο της οδού Πειραιώς – στις βιασύνες υπήρχαν και τα Goody’s της πλατείας.
Ούτε που μας περνούσε από το μυαλό ότι δέκα χρόνια αργότερα και τα δύο μαγαζιά θα ήταν κλειστά, ότι η βόλτα στην Ομόνοια θα ήταν σχεδόν απαγορευτική μέρα μεσημέρι, ότι ολόκληρο σχεδόν το κέντρο θα βούλιαζε σε μία άνευ προηγουμένου υποβάθμιση, σε παράλληλες πορείες με τη χώρα, ότι... ωραίοι ήμασταν, όσοι κι αν ήμασταν.
Η απογραφή πληθυσμού και κατοικιών που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη βρίσκει την πόλη πολύ αλλαγμένη και τους Αθηναίους διαφορετικούς. Ακόμα κι αν τα προβλήματα είναι γνωστά, η σύγκριση με εκείνο το 2001 σοκάρει.
Ο Τάσος Χαλκιόπουλος, ο μπλόγκερ Athensville, κυκλοφορούσε από τότε καθημερινά στο κέντρο της πόλης, λόγω και της οικογενειακής επιχείρησης πίσω από την πλατεία Κοτζιά. «Νομίζω ότι η μεγαλύτερη διαφορά είναι στην ενέργεια. Τα χρήματα που εισέρρεαν εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων, τα μαγαζιά που άνοιγαν, η προοπτική του νέου, το μετρό... Η αισιοδοξία ήταν διάχυτη», λέει στην «Κ». Στις καθημερινές του βόλτες σήμερα μετράει λουκέτα. «Σε πιάνει θλίψη. Βιοτεχνίες, παραδοσιακές επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη. Ο,τι εξυπηρετούσε ανάγκες γειτονιάς έφυγε – αφού η γειτονιά χάθηκε. Ο φούρνος όπου τότε πεταγόμουν να πάρω ψωμί για τους υπαλλήλους, στη Σοφοκλέους, κι αυτός κλειστός». Στο τελευταίο του ποστ γράφει για το κλείσιμο του «Αιολίς» στην Αιόλου, ακόμη ένα τέλος εποχής. «Δεν έχουν τελειωμό», λέει. Το 2001, τα γραφεία της Greenpeace ήταν στη Ζωοδόχου Πηγής. Από το 2004 μέχρι και σήμερα, στην οδό Κλεισόβης, μια ανάσα από τον Καιάδα της οδού Στουρνάρη. «Το 2001, η πόλη βρισκόταν στα ντουζένια της που λέμε», λέει στην «Κ» ο διευθυντής της οργάνωσης κ. Νίκος Χαραλαμπίδης. «Ολόκληρο το Λεκανοπέδιο ήταν ένα γιαπί στο όνομα αλλαγών που θα κόστιζαν μεν, αλλά θα άνοιγαν νέους ορίζοντες. Τελικά, βέβαια, διαψευστήκαμε. Η Αττική Οδός κορέστηκε στην πενταετία και όπως όλοι οι νέοι αυτοκινητόδρομοι που δεν συνοδεύονται από άλλα μέτρα, αύξησε τα αυτοκίνητα στην πόλη. Ταυτόχρονα δημιούργησε αστικά κέντρα παντού, χωρίς κανένα σχέδιο. Ολα αυτά, με παραμέληση του κέντρου, χωρίς φροντίδα για τους κατοίκους, τους μετανάστες». Το ’01 όμως δεν τα γνωρίζαμε όλα αυτά. «Τότε ελπίζαμε σε κάτι, τώρα όχι. Βλέπαμε τη σκόνη, αυτό το χτικιό, αλλά ελπίζαμε. Τελικά μας έμεινε το μετρό. Δέκα χρόνια μετά, το κάτω της πόλης είναι καλύτερο από το πάνω».
Ναι, το μετρό μάς άλλαξε τη ζωή. «Πριν από δέκα χρόνια, θυμάμαι, χρειαζόμουν με το λεωφορείο μια ώρα να κατέβω από Αγία Παρασκευή κέντρο. Σήμερα, η ίδια απόσταση είναι 20 λεπτά», λέει στην «Κ» η συγγραφέας Τίνα Τασσοπούλου, η οποία σήμερα ζει (και εμπνέεται) στο Μετς. Πολλά έχουν αλλάξει: «Πλέον, όταν βλέπω την πόλη μου από ψηλά δεν έχει μόνο Χίλτον, Πύργο και Καλλιμάρμαρο, αλλά και τη ράχη Καλατράβα... Τα βράδια βλέπεις να περνούν μπουλούκια ποδηλάτες και περιμένεις να βγουν τα φρέσκα free press. Γεμίσαμε πεζοδρόμους και πλατείες. Την ίδια ώρα, βλέπεις παντού ενοικιαστήρια, μαγαζιά να κλείνουν. Ακόμα και τα ονόματα έχουν αλλάξει! Το Γουδί έγινε Γουδή στις ταμπέλες, μα όχι συνήθεια».
«Ημουν αισιόδοξος»Ο Δημήτρης Ρούλιας, διευθύνων σύμβουλος εταιρείας δημοσίων σχέσεων και βέρος Αθηναίος, το 2001 ήταν 35. «Κυρίως ήμουν αισιόδοξος», θυμάται. «Η πόλη έμπαινε στην τελική ευθεία προς το 2004, ανακαλώ μια γενική ευφορία. Το Γκάζι ήταν πια mainstream, στου Ψυρρή κάθε γωνιά και club, κάθε στενό και ρεμπετάδικο. Στο Κολωνάκι επικρατούσε το αδιαχώρητο και τις καθημερινές, οι δρόμοι έμοιαζαν να συνθλίβονται από τις “τζιπούρες” και δεν εθεωρείτο παράλογο να πληρώσει κανείς 60 ευρώ για σαλάτα ρόκα παρμεζάνα και σπαγκέτι αλ πέστο!». Ο καιρός πέρασε. «Το ημερολόγιο λέει 2011, είμαι 45 και καμιά φορά φοβάμαι. Κατηφορίζω από το σπίτι μου στη Δεξαμενή και μετράω κλειστά καταστήματα. Τις καθημερινές, τα βράδια, το Κολωνάκι είναι έρημο». Η αλήθεια είναι, όμως, συμπληρώνει, πως μια σπίθα αρχίζει να λάμπει «στα μάτια των νέων Αθηναίων, στα θέατρα, στα μπαράκια της Σκουφά και της Καρύτση». Η Αθήνα δεν γλιτώνει τη μαύρη της περίοδο, καταλήγει ο Athensville. «Η διαδικασία δεν θα την γυρίσει ποτέ στο 2001, αλλά σε κάτι εντελώς νέο».

Aucun commentaire:

Enregistrer un commentaire