Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Ασπασία Μπούμπαρη
Μικρή επαρχιακή πόλη, καλοκαιρινή λουτρόπολη με υπέροχη παραλία. Αρκετά ζωντανή τα βράδια με τα μπαράκια το ένα πλάι στο άλλο να συναγωνίζονται ποιο θα προσελκύσει τον Ευρωπαίο τουρίστα, τον μπεκρούλιακα, τον αλκοολικό να του τα πάρει και να μην το καταλάβει, αλλά να το ευχαριστηθεί κιόλας. Να λικνίζεται τις αλμυρές νύκτες ως το πρωί να ξεδίνει και ν αδειάζει το κεφάλι από τις χειμωνιάτικες σκοτούρες. Αυτά τα Σαββατόβραδα είναι ο γιατρός μας, ο νυχτερινός μας φίλος , το αντίδοτο, του φοβερού μαύρου χειμώνα που μας έπνιγε. Έτσι εξαντλημένοι μέσα στη θολούρα και την αγαλλίαση βρίσκουμε τη χαλάρωση και την ηρεμία στα υγρά πρωινά της Κυριακής. Οι Κυριακές είναι για ξεκούραση. Έτσι λένε και οι γραφές, και την έβδομη μέρα ο Θεός ξεκουράστηκε. Μόνο οι παπάδες δουλεύουν και δεν είναι ότι το θέλουν αλλά πρέπει και να το δείξουν. Βάλανε λοιπόν κάτι τεράστια μεγάφωνα στις εκκλησιές και αμολάνε τις κορώνες τους σαν βραχνοκόκορες για να μας σπάνε τα νεύρα, εκεί που γλυκά- γλυκά μας παίρνει ο ύπνος μετά τους ξέφρενους χορούς μας.
Σε μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα η Ίνιε κοιμάται με τα παράθυρα ανοικτά και τη σίτα κατεβασμένη για προστασία από το κουνούπια. Ωραία δροσούλα, πρωινή θαλάσσια αύρα μπαίνει από τις τρυπίτσες της σίτας, χαϊδεύοντας το ηλιοκαμένο της σώμα. Εκεί κάτω από το μπαλκόνι της, πίσω από μια ασπρισμένη μάντρα απλωνόταν ένας λαχανόκηπος . Τα πρωινά της Κυριακής ο μπαρμπά- Θωμάς , άνθρωπος της εκκλησίας, θεοφοβούμενος, δεν έχανε καμιά ψαλμωδία . Καθόταν στην σκιά της καρυδιάς,έπινε τον καφέ του και με το ραδιοφωνάκι στην διαπασών έσμιγε την αγριοφωνάρα του με τα μεγάφωνα της πλατείας, και την έβρισκε.
Η Ίνιε ήταν από βόρεια χώρα . Στην μικρή παραλιακή πόλη βρέθηκε για δουλειά . Δηλαδή, είχε έρθει για διακοπές πριν από κάποια χρόνια και της άρεσε το μέρος. Έμαθε και τη γλώσσα, τουλάχιστον τόσο όσο να μπορεί να συνεννοείται και να εξυπηρετεί τους τουρίστες από τη χώρα της . Έτσι το έκανε επάγγελμα και συνδύαζε και τις διακοπές της. Δεν ήταν δύσκολη δουλειά. Εξάλλου οι βόρειοι έρχονται πιο πολύ για τα μπάνια ,τον ήλιο και το φθηνό ποτό και ήταν ευτυχισμένοι.
Τις Κυριακές ήθελε την ξεκούραση της. Είχε και το γκρουπ ρεπό, ε, και ο πρωινός ύπνος είναι γλυκός. Όλες αυτές τις Κυριακές έκανε υπομονή, πάλευε με τα μαξιλάρια. Η υπομονή της είχε εξαντληθεί. Κάτι έπρεπε να κάνει . ΤΙ όμως . Τι θα τον ενοχλούσε, πως θα τον εκδικηθεί, γιατί για να του μιλήσει , το προσπάθησε και δεν έδειχνε να το κατανοεί. Έπρεπε να κάνει κάτι δυνατό, αντιπερισπασμό στις κορώνες του.
Μια ιδέα ξαφνικά της φώτισε το μυαλό. Θυμήθηκε ένα τραγούδι του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που την πρώτη φορά που το άκουσε είχε σοκαριστεί. Σηκώθηκε με τα μάτια πρησμένα και έψαξε για το cd player, βρήκε και το τραγούδι. Το έβαλε στην διαπασών .
«Ευτυχώς που υπάρχουν πουτάνες …» , ακούστηκε η φωνή του Βασίλη μέχρι την παραλία.
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire