Του Νίκου Σαραντάκου*
Τις τελευταίες μέρες έγινε αρκετός λόγος για τις εγγυήσεις που πρώτα οι Φιλανδοί απαίτησαν και μετά κάμποσοι άλλοι εταίροι μας απείλησαν πως θα ζητήσουν προκειμένου να μας δανείσουν, και φαίνεται ότι το θέμα απειλεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τόσο πολύ (και τόσο άστοχα) πανηγυρίστηκε. Οι εγγυήσεις θα φέρουν ναυάγιο, ή, για να παραφράσω ανεπαίσθητα τον Καββαδία, το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει.
Βέβαια, ο Καββαδίας δεν έγραψε γκαραντί αλλά καραντί -- και εδώ η διαφορά δεν είναι αμελητέα, όπως όταν λες γκαμήλα αντί για καμήλα, που έχεις την ίδια λέξη. Το καραντί του Καββαδία δεν έχει σχέση με την οικονομία, τουλάχιστον άμεση· είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Πρόκειται για λέξη ναυτική, που ετυμολογείται από το τουρκ. karıntı (δίνη· πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ναυτικές και μη, ως πρώτο συνθετικό (καρα-).
Ο Παπαδιαμάντης, σε ένα αυτοβιογραφικό χρονογράφημά του (Ταξίδι -- Βαπόρι -- Ρωμέικο) γράφει για εκείνους που «ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν». Βέβαια, το καραντί το ναυτικό θα έμενε μία από τις χιλιάδες μυστήριες λέξεις στον ωκεανό της ναυτικής ορολογίας, άγνωστο στον πολύ κόσμο, αν δεν ήταν ο Καββαδίας να το βάλει τίτλο σε ένα του ποίημα, και μετά ο Θάνος Μικρούτσικος να το μελοποιήσει, επιλέγοντας μάλιστα να επαναλάβει, σαν ρεφρέν, τη στροφή που περιέχει τη λέξη καραντί, η οποία έτσι κι αλλιώς λέγεται δυο φορές, οπότε η λέξη εντυπώνεται στο θυμητικό, παρόλο που λίγοι ξέρουν ακριβώς τη σημασία της: «Το καραντί… το καραντί θα μας μπατάρει / Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά / Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει».
Εμάς όμως δεν απειλεί να μας μπατάρει το καραντί -- αλλά οι εγγυήσεις, το γκαραντί που λέγαμε. Γκαραντί είναι λέξη που γεννήθηκε μέσα στην εμπορική πιάτσα: σημαίνει αφενός την εγγύηση και αφετέρου το εγγυημένο, αυτό που συνοδεύεται από εγγύηση. Σ’ το λέω γκαραντί, λέμε, για κάτι που ξέρουμε εγγυημένα ότι ισχύει, ότι θα γίνει· και μίνιμουμ γκαραντί, για την εγγυημένη ελάχιστη αμοιβή ενός δικαιούχου που αμείβεται με ποσοστά. Δάνειο από τα γαλλικά, garantie η εγγύηση και garanti ο εγγυημένος -- βέβαια guarantee είναι και στα αγγλικά, αλλά εμείς από τα γαλλικά το πήραμε, που τότε μεσουρανούσαν. Η γαλλική λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό garant «εγγυητής» που ανάγεται σε μια φραγκική λέξη *warjan, «θεωρώ κάτι αληθινό», που συνδέεται με το σημερινό γερμανικό wahrheit, αλήθεια.
Η εγγύηση, βέβαια, είναι λέξη που την έχουμε κληρονομήσει από τα αρχαία. Στα αρχαία έχουμε το ρήμα εγγυώ-ώμαι, από την εγγύη, που προέρχεται από το εν + *γύη, πανάρχαια αμάρτυρη λέξη που φαίνεται πως σήμαινε κάτι σαν την κοιλότητα του χεριού, δηλαδή εγγύη ήταν το αντικείμενο που έδινε κανείς στην παλάμη του άλλου, και εγγυώ σήμαινε «δίνω την κόρη μου στον γαμπρό» (και εισπράττω το νυφικό αντίτιμο), ενώ εγγυώμαι σήμαινε στην κλασική εποχή «νυμφεύομαι». Όταν δηλαδή σήμερα ο Φιλανδός υπουργός λέει «εν τη παλάμη και ούτω δανείσωμεν» στην πραγματικότητα μένει πιστός στις ετυμολογικές καταβολές της λέξης εγγύηση (αλλά μην του το πείτε).
Είπαμε πως το σκάφος της οικονομίας μας κινδυνεύει να μπατάρει -- και κάποιος άλλος, λαϊκότερα, θα έλεγε πως μπορεί να μπατιρίσουμε. Δεν είναι τυχαίο που μοιάζουν αυτά τα δυο ρήματα, το μπατάρω και το μπατιρίζω, διότι προέρχονται και τα δύο από την ίδια αρχή, το τουρκικό ρήμα batmak/batırmak, που η βασική του σημασία είναι «βυθίζομαι, βουλιάζω» (στα τούρκικα batı είναι η δύση). Οπότε, το πλοίο που μπατάρει βυθίζεται, αλλά ο μπατίρης βυθισμένος είναι, στα χρέη.
Υπάρχει και μια ιδιωματική λέξη που πιο πολύ ακούγεται στη Βόρεια Ελλάδα, το μπατάκι, που είναι ο βούρκος, το τέλμα, η παχιά λάσπη που πατάς και βυθίζεται μέσα το πόδι σου, δάνειο από το τουρκικό batak, της ίδιας οικογένειας. Και ρήμα: μπατακώνω, κολλάω στη λάσπη, ιδίως για αυτοκίνητο. Υπάρχει και μια άλλη λέξη μπατάκι, ομόηχη, στην τραπεζική αργκό: είναι ο κακοπληρωτής, ο πελάτης που χρωστάει, μ’ άλλα λόγια ο μπαταχτσής (ή μπαταξής). Το εντυπωσιακό είναι ότι, ετυμολογικά, οι λέξεις αυτές έχουν κοινή πηγή, αφού ο μπαταχτσής στα τούρκικα (batakçı) προέρχεται από το batak, τον βούρκο.
Παναπεί, αν το πάμε ετυμολογικά, ο μπατίρης και ο μπαταχτσής μοιάζουν, γιατί έχουν μπατάρει και βρίσκονται βουτηγμένοι στο μπατάκι. Το φιλανδικό γκαραντί απειλεί να μπατάρει τη συμφωνία και να μας μπατιρίσει, αλλά αν υλοποιηθεί η συμφωνία μήπως δεν θα μπατάρουμε και πάλι; Οπότε; Εκτός αν μοιάζουμε με εκείνον που, όταν τον ρώτησαν αν προτιμάει την κρεμάλα ή την καρμανιόλα, προτίμησε την κρεμάλα επειδή η καρμανιόλα ήταν χαλασμένη!
*Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας και μεταφραστής
Πηγή: Η Αυγή
Δημοσιεύτηκε στις 11/09/2011
Τις τελευταίες μέρες έγινε αρκετός λόγος για τις εγγυήσεις που πρώτα οι Φιλανδοί απαίτησαν και μετά κάμποσοι άλλοι εταίροι μας απείλησαν πως θα ζητήσουν προκειμένου να μας δανείσουν, και φαίνεται ότι το θέμα απειλεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τόσο πολύ (και τόσο άστοχα) πανηγυρίστηκε. Οι εγγυήσεις θα φέρουν ναυάγιο, ή, για να παραφράσω ανεπαίσθητα τον Καββαδία, το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει.
Βέβαια, ο Καββαδίας δεν έγραψε γκαραντί αλλά καραντί -- και εδώ η διαφορά δεν είναι αμελητέα, όπως όταν λες γκαμήλα αντί για καμήλα, που έχεις την ίδια λέξη. Το καραντί του Καββαδία δεν έχει σχέση με την οικονομία, τουλάχιστον άμεση· είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Πρόκειται για λέξη ναυτική, που ετυμολογείται από το τουρκ. karıntı (δίνη· πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ναυτικές και μη, ως πρώτο συνθετικό (καρα-).
Ο Παπαδιαμάντης, σε ένα αυτοβιογραφικό χρονογράφημά του (Ταξίδι -- Βαπόρι -- Ρωμέικο) γράφει για εκείνους που «ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν». Βέβαια, το καραντί το ναυτικό θα έμενε μία από τις χιλιάδες μυστήριες λέξεις στον ωκεανό της ναυτικής ορολογίας, άγνωστο στον πολύ κόσμο, αν δεν ήταν ο Καββαδίας να το βάλει τίτλο σε ένα του ποίημα, και μετά ο Θάνος Μικρούτσικος να το μελοποιήσει, επιλέγοντας μάλιστα να επαναλάβει, σαν ρεφρέν, τη στροφή που περιέχει τη λέξη καραντί, η οποία έτσι κι αλλιώς λέγεται δυο φορές, οπότε η λέξη εντυπώνεται στο θυμητικό, παρόλο που λίγοι ξέρουν ακριβώς τη σημασία της: «Το καραντί… το καραντί θα μας μπατάρει / Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά / Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει».
Εμάς όμως δεν απειλεί να μας μπατάρει το καραντί -- αλλά οι εγγυήσεις, το γκαραντί που λέγαμε. Γκαραντί είναι λέξη που γεννήθηκε μέσα στην εμπορική πιάτσα: σημαίνει αφενός την εγγύηση και αφετέρου το εγγυημένο, αυτό που συνοδεύεται από εγγύηση. Σ’ το λέω γκαραντί, λέμε, για κάτι που ξέρουμε εγγυημένα ότι ισχύει, ότι θα γίνει· και μίνιμουμ γκαραντί, για την εγγυημένη ελάχιστη αμοιβή ενός δικαιούχου που αμείβεται με ποσοστά. Δάνειο από τα γαλλικά, garantie η εγγύηση και garanti ο εγγυημένος -- βέβαια guarantee είναι και στα αγγλικά, αλλά εμείς από τα γαλλικά το πήραμε, που τότε μεσουρανούσαν. Η γαλλική λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό garant «εγγυητής» που ανάγεται σε μια φραγκική λέξη *warjan, «θεωρώ κάτι αληθινό», που συνδέεται με το σημερινό γερμανικό wahrheit, αλήθεια.
Η εγγύηση, βέβαια, είναι λέξη που την έχουμε κληρονομήσει από τα αρχαία. Στα αρχαία έχουμε το ρήμα εγγυώ-ώμαι, από την εγγύη, που προέρχεται από το εν + *γύη, πανάρχαια αμάρτυρη λέξη που φαίνεται πως σήμαινε κάτι σαν την κοιλότητα του χεριού, δηλαδή εγγύη ήταν το αντικείμενο που έδινε κανείς στην παλάμη του άλλου, και εγγυώ σήμαινε «δίνω την κόρη μου στον γαμπρό» (και εισπράττω το νυφικό αντίτιμο), ενώ εγγυώμαι σήμαινε στην κλασική εποχή «νυμφεύομαι». Όταν δηλαδή σήμερα ο Φιλανδός υπουργός λέει «εν τη παλάμη και ούτω δανείσωμεν» στην πραγματικότητα μένει πιστός στις ετυμολογικές καταβολές της λέξης εγγύηση (αλλά μην του το πείτε).
Είπαμε πως το σκάφος της οικονομίας μας κινδυνεύει να μπατάρει -- και κάποιος άλλος, λαϊκότερα, θα έλεγε πως μπορεί να μπατιρίσουμε. Δεν είναι τυχαίο που μοιάζουν αυτά τα δυο ρήματα, το μπατάρω και το μπατιρίζω, διότι προέρχονται και τα δύο από την ίδια αρχή, το τουρκικό ρήμα batmak/batırmak, που η βασική του σημασία είναι «βυθίζομαι, βουλιάζω» (στα τούρκικα batı είναι η δύση). Οπότε, το πλοίο που μπατάρει βυθίζεται, αλλά ο μπατίρης βυθισμένος είναι, στα χρέη.
Υπάρχει και μια ιδιωματική λέξη που πιο πολύ ακούγεται στη Βόρεια Ελλάδα, το μπατάκι, που είναι ο βούρκος, το τέλμα, η παχιά λάσπη που πατάς και βυθίζεται μέσα το πόδι σου, δάνειο από το τουρκικό batak, της ίδιας οικογένειας. Και ρήμα: μπατακώνω, κολλάω στη λάσπη, ιδίως για αυτοκίνητο. Υπάρχει και μια άλλη λέξη μπατάκι, ομόηχη, στην τραπεζική αργκό: είναι ο κακοπληρωτής, ο πελάτης που χρωστάει, μ’ άλλα λόγια ο μπαταχτσής (ή μπαταξής). Το εντυπωσιακό είναι ότι, ετυμολογικά, οι λέξεις αυτές έχουν κοινή πηγή, αφού ο μπαταχτσής στα τούρκικα (batakçı) προέρχεται από το batak, τον βούρκο.
Παναπεί, αν το πάμε ετυμολογικά, ο μπατίρης και ο μπαταχτσής μοιάζουν, γιατί έχουν μπατάρει και βρίσκονται βουτηγμένοι στο μπατάκι. Το φιλανδικό γκαραντί απειλεί να μπατάρει τη συμφωνία και να μας μπατιρίσει, αλλά αν υλοποιηθεί η συμφωνία μήπως δεν θα μπατάρουμε και πάλι; Οπότε; Εκτός αν μοιάζουμε με εκείνον που, όταν τον ρώτησαν αν προτιμάει την κρεμάλα ή την καρμανιόλα, προτίμησε την κρεμάλα επειδή η καρμανιόλα ήταν χαλασμένη!
*Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας και μεταφραστής
Πηγή: Η Αυγή
Δημοσιεύτηκε στις 11/09/2011
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire