Ξεριζωμός
Της Ασπασίας Μπούμπαρη
Η Ισμήνη έκλεισε τον
υπολογιστή και τα μάτια της. Κουράστηκε να παραβιάζει τις αντοχές της. Τίποτα
σοβαρό πάλι. Όχι ότι περίμενε να βρει δουλειά τώρα πια, αλλά ήθελε να εξαντλήσει και την τελευταία
δικαιολογία πως έκανε πραγματικά τα πάντα προτού να πάρει την μεγάλη απόφαση.
Να φύγεις στα 45 δεν είναι απλά απόφαση. Είναι επανάσταση κι ας ακούγεται μελό.
Η ρίζα είχε φτάσει 2
πόντους στο μαλλί της. Η άλλη ρίζα του
μεσόκοπου κορμιού της, σαν
αιωνόβιας ελιάς ήταν βαθιά χωμένη στο Αττικό έδαφος. Πως ξεριζώνεις μια γέρικη
ελιά; Κι άντε και την ξερίζωσες.
Μεταφυτεύεται; Σε τι έδαφος να ευδοκιμήσει;
Κάθισε στον καναπέ
και τέντωσε τα πόδια της μπροστά. Ακούστηκαν
παρατεταμένα κρακ σαν μια κακή μουσική συναυλία. Δεν πρέπει να την πάρει
ο ύπνος στον καναπέ. Έκανε ακόμα ψύχρα και η μέση της δεν άντεχε στην υγρασία.
Τώρα μεγάλωσε. Κάποτε δεν την κρατούσε τίποτα πίσω. Μέσα σ' όλα ήτανε. Παντού
έτρεχε. Εθελοντικά σε διάφορες εκδηλώσεις. Όσο για δουλειές, δεν προλάβαινε.
Είχε κτίσει ένα καλό όνομα και ήταν περιζήτητη. Κοίταξε το κενό και θυμήθηκε το
δικό της κενό. Μέσα της ήταν το χάος. Γιατί είχε απομείνει μόνη;
Τώρα κανένας
δεν την χρειάζεται; Αν είναι να σε χρειάζονται για να μην μένεις μόνη, τότε
όταν δεν θα μπορείς να δώσεις πρέπει να
φεύγεις. Εθελοντικά. Είναι αυτό
ανθρώπινο; Ποιος καθορίζει πόσο ανθρώπινος είναι ο πόνος; Πόσο κοντά και πόσο
συμβατή είναι η μοναξιά στον άνθρωπο; Πόσο πολύ του ταιριάζει; Το ανθρώπινο
είναι αυτό που αντέχουμε; Αυτό που αντέχει ψυχολογικά και παθολογικά ο
άνθρωπος; Αυτά που ο ίδιος
προκαλεί, γιατί ξεχνάει τον πόνο ή αδιαφορεί για τον πόνο των άλλων.
Είναι αυτό το ανθρώπινο πρόσωπο;
Έξω χάραζε και δεν το
είχε καταλάβει. Τι να την κρατήσει τώρα εδώ; Τράβηξε την κουρτίνα και άνοιξε το
παράθυρο. Μύριζε ανοιξιάτικη αυγή. Μια γάτα
την κοίταξε κατ ευθείαν στα μάτια.
-Τι κοιτάς; Πες μου
ένα λόγο για να μείνω εδώ.
Η γάτα νιαούρισε στην δική της γλώσσα με
πνιγμένο παράπονο που δεν καταλάβαινε η Ισμήνη.
-Τι να μου πεις κι
εσύ; Δεν είσαι άνθρωπος για να προκαλείς πόνο με την αδιαφορία σου. Εσύ είσαι
ελεύθερη, ανεξάρτητη, απαλλαγμένη από δεσμεύσεις και συναίσθημα.
Η γάτα κοίταξε αλλού
αδιάφορα και φάνηκε να συμφωνεί αφήνοντας ένα άλλο νιάου πιο χαμηλό, πιο
πνιχτό.
Η κόκκινη βαλίτσα
ήταν πίσω από την πόρτα και η τσάντα με τα προσωπικά της έγγραφα τακτοποιημένα
στη σειρά την περίμενε πάνω στο τραπεζάκι με την φρουτιέρα. Όλη της η ζωή μέσα σε μια κόκκινη βαλίτσα. Τόσα
λίγα έζησε ; Όλα αυτά τα χρόνια κλείνονται σε μια βαλίτσα;
Μια ομάδα παιδιών
κατέβαινε από τον Λυκαβηττό με δυνατά
γέλια. Κάποιον αποχαιρετούσαν. Το γέλιο τους έκρυβε έναν πόνο που η Ισμήνη το
ένιωσε. Παράξενο, αλλά το ένιωσε και
ρίγησε. Ρίγησε και ράγισε η καρδιά
της.
« Φεύγουν, κι αυτά
ξεριζώνονται. Μικρά δενδράκια με τρυφερά φυλλαράκια.» , σκέφτηκε. « Καλό ταξίδι
πουλάκια μου»
Πήρε την κόκκινη
βαλίτσα και την τσάντα της από το
τραπεζάκι. Κατέβηκε το μαρμάρινο σκαλοπάτι
και προχώρησε αφήνοντας την παλιά, ξύλινη μισοφαγωμένη από το χρόνο πόρτα ορθάνοικτη και τα παντζούρια να
τα χαΐδεύει ένα αεράκι πέρα δώθε. Άρχισε να κατηφορίζει με αργά βήματα τον
λόφο. Πίσω έμενε ανοικτή και αναμαλλιασμένη ολόκληρη η ζωή της.
Πήρε μια δυνατή ανάσα. Έπρεπε να προλάβει το
λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Ο Αττικός
ουρανός ρόδιζε. Ο ορίζοντας έσταζε κόκκινο. Σταγόνες κόκκινου έσταζαν μέσα στο
κατάμαυρο της ψυχής. « Αντίο Αθήνα».
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire