Στέφανου Κωνσταντινίδη
«Επισκόπηση της νεότερης κυπριακής Ιστορίας»
Η νεότερη κυπριακή κοινωνία αναπτύσσεται και διαμορφώνει δομές,
θεσμούς και ιδεολογία που επηρεάζουν παράλληλα τις εξελίξεις στο
εθνικό θέμα. Αλλά και το εθνικό θέμα επηρεάζει εκ των πραγμάτων τις
εξελίξεις στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γενιές γεννήθηκαν και έφυγαν με
ανοικτό το Κυπριακό, μάρτυρες συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Το βιβλίο
του Στέφανου Κωνσταντινίδη, «Επισκόπηση της νεότερης κυπριακής
Ιστορίας» ( εκδόσεις Ταξιδευτής) αποτελεί ένα εγχείρημα, αναγκαίο και
επιβαλλόμενο. Συνιστά το εγχείρημα του αυτό μια κοινωνιολογική
προβληματική, ανάλυση και αξιολόγηση της νεότερης Ιστορίας, με φόντο
πάντα τον αγώνα για απελευθέρωση. Για να μπορέσει κανείς να αντιληφθεί
αυτή τη μακρά πορεία προς την ελευθερία, θα πρέπει να αξιολογήσει
κοινωνικές συμπεριφορές και δεδομένα, καθώς και τη στάση εξωγενών
παραγόντων.
Ορθά ο συγγραφέας υποδεικνύει πως η έρευνα των δομών, των θεσμών και των ιδεολογικών μηχανισμών της νεότερης κυπριακής κοινωνίας και της επίδρασής τους πάνω στην εξέλιξη του εθνικού θέματος, υπήρξε περιορισμένη. Δεν υπήρξαν επιστημονικές έρευνες, ούτε και πρόσβαση σε πρωτογενείς πηγές.
Ο Στ. Κωνσταντινίδης αναλύει ορθολογικά, διαλεκτικά τους θεσμούς, τις δομές και την ιδεολογία που παράγεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι και επηρεάζουν και το Κυπριακό. Σύμφωνα με το συγγραφέα, «οι κοινωνικο-οικονομικές δομές του κυπριακού χώρου και η όλη εξέλιξή τους δημιουργούν το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχτηκε και εξελίσσεται το Κυπριακό. Πρόκειται επομένως για την ιχνηλάτηση των πολιτικο-ιδεολογικών ρευμάτων της νεότερης κυπριακής κοινωνίας όπως αυτά αναδύονται μέσα από τις κοινωνικές δομές και την αντιπαλότητα των συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων με μια ιστορικο-κοινωνιολογική επισκόπηση τριών σημαντικών περιόδων της νεότερης κυπριακής ιστορίας: της Οθωμανοκρατίας, της Αγγλοκρατίας και της περιόδου της Ανεξαρτησίας». Περαιτέρω, ο συγγραφέας αναφέρει πως οι ιδιοτυπίες της οικονομικής εξέλιξης και των τριών αυτών περιόδων προσδιορίζουν εν πολλοίς και τη διαμόρφωση των δομών, των θεσμών και των ιδεολογιών του κυπριακού χώρου, όπως φυσικά και την παραγωγή πολιτισμού κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η οικονομική και πολιτική εξάρτηση των ομάδων της άρχουσας τάξης από εξωγενείς παράγοντες καθορίζει επίσης την πορεία του κυπριακού λαού και εξηγεί τη μορφή που πήραν οι αγώνες του για ελευθερία και διαφύλαξη της εθνικής του υπόστασης και ταυτότητας».
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης αναδεικνύει και το θέμα της εθνικής ταυτότητας, τις προσπάθειες αμφισβήτησής του και την προώθηση του κυπριωτισμού. Ο κυπριωτισμός, αναφέρει, φαντάζει περισσότερο ως προϊόν θερμοκηπίου παρά ως αποτέλεσμα των ιστορικών και κοινωνικών διαδρομών της Κύπρου. Η αγγλική αποικιοκρατία αντιμετώπισε με καχυποψία την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Κυπρίων και προσπάθησε να εισαγάγει στη θέση της ελληνικότητας μια διαφορετική ιδεολογία, αυτή του κυπριωτισμού. Μετά την ανεξαρτησία, υποβόσκει η ιδέα σε ορισμένους κύκλους, κυρίως της αστικής τάξης, της δημιουργίας μιας εθνικής κυπριακής ταυτότητας που θα μπορούσε να υπερκεράσει τόσο την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου όσο και αυτή των Τούρκων. Η πρόωρη κρίση, ωστόσο, που ξέσπασε στα τέλη του 1963, ανέτρεψε τα σχέδια αυτά. Η επαναφορά της ενωτικής διεκδίκησης μεταξύ 1964 και 1967 εξάλειψε και τα όποια στοιχεία κυπριωτισμού υπέβοσκαν μετά την ανεξαρτησία. Προπάντων όταν η ενωτική διεκδίκηση υιοθετήθηκε ανεπιφύλακτα και από το ίδιο το ΑΚΕΛ. Άλλωστε, όσον αφορά το ΑΚΕΛ, η υιοθέτηση της γραμμής της Ενώσεως από το 1947 και μετά περιθωριοποίησε στο χώρο της Αριστεράς την όποια μορφή κυπριωτισμού.
Η νεοκυπριακή ιδεολογία έκανε έντονα την εμφάνισή της μετά την καταστροφή του 1974 καθώς η εθνική ιδέα απαξιώθηκε με το ρόλο που διαδραμάτισε η χούντα στο πραξικόπημα και την εισβολή. Η νεοκυπριακή ιδεολογία παρουσίασε ξανά μια κάποια αναλαμπή όταν εμφανίστηκε το σχέδιο Ανάν και έγινε προσπάθεια επιβολής του. Η νεοκυπριακή ελίτ, ενισχυμένη αυτή τη φορά και από όσους είχαν παρακολουθήσει τα διάφορα σεμινάρια επαναπροσέγγισης, αγγλοαμερικανικής έμπνευσης, έδωσε μάχη υπέρ του σχεδίου Ανάν. Διευρυμένη με τα νέα αυτά στοιχεία, και ενισχυμένη από Ελλαδίτες συνοδοιπόρους, θαυμαστές της νέας διατλαντικής τάξης, απoτέλεσε ένα είδος οργανικής διανόησης της μερίδας εκείνης της αστικής τάξης που ταύτισε τα συμφέροντά της με το σχέδιο Ανάν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει τη δημιουργία μιας κοινής πολιτικής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία όμως δεν θα θέτει υπό αμφισβήτηση ούτε την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων ούτε αυτή των Τούρκων της Κύπρου. Με άλλα λόγια, η κοινή πολιτική ταυτότητα θα έχει πολιτικά χαρακτηριστικά και δεν θα είναι εθνική.
Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη προσφέρει μια συνολική, ολοκληρωμένη ανάλυση, η οποία χαρακτηρίζεται από ιστορική τεκμηρίωση και διαλεκτική προσέγγιση των γεγονότων. Αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό, κοινωνιολογικό, ιδεολογικό και πολιτικό εγχειρίδιο, που δίνει τη διαχρονική εικόνα της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση πάντα με τους εθνικούς στόχους για απελευθέρωση.
Ορθά ο συγγραφέας υποδεικνύει πως η έρευνα των δομών, των θεσμών και των ιδεολογικών μηχανισμών της νεότερης κυπριακής κοινωνίας και της επίδρασής τους πάνω στην εξέλιξη του εθνικού θέματος, υπήρξε περιορισμένη. Δεν υπήρξαν επιστημονικές έρευνες, ούτε και πρόσβαση σε πρωτογενείς πηγές.
Ο Στ. Κωνσταντινίδης αναλύει ορθολογικά, διαλεκτικά τους θεσμούς, τις δομές και την ιδεολογία που παράγεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι και επηρεάζουν και το Κυπριακό. Σύμφωνα με το συγγραφέα, «οι κοινωνικο-οικονομικές δομές του κυπριακού χώρου και η όλη εξέλιξή τους δημιουργούν το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχτηκε και εξελίσσεται το Κυπριακό. Πρόκειται επομένως για την ιχνηλάτηση των πολιτικο-ιδεολογικών ρευμάτων της νεότερης κυπριακής κοινωνίας όπως αυτά αναδύονται μέσα από τις κοινωνικές δομές και την αντιπαλότητα των συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων με μια ιστορικο-κοινωνιολογική επισκόπηση τριών σημαντικών περιόδων της νεότερης κυπριακής ιστορίας: της Οθωμανοκρατίας, της Αγγλοκρατίας και της περιόδου της Ανεξαρτησίας». Περαιτέρω, ο συγγραφέας αναφέρει πως οι ιδιοτυπίες της οικονομικής εξέλιξης και των τριών αυτών περιόδων προσδιορίζουν εν πολλοίς και τη διαμόρφωση των δομών, των θεσμών και των ιδεολογιών του κυπριακού χώρου, όπως φυσικά και την παραγωγή πολιτισμού κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η οικονομική και πολιτική εξάρτηση των ομάδων της άρχουσας τάξης από εξωγενείς παράγοντες καθορίζει επίσης την πορεία του κυπριακού λαού και εξηγεί τη μορφή που πήραν οι αγώνες του για ελευθερία και διαφύλαξη της εθνικής του υπόστασης και ταυτότητας».
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης αναδεικνύει και το θέμα της εθνικής ταυτότητας, τις προσπάθειες αμφισβήτησής του και την προώθηση του κυπριωτισμού. Ο κυπριωτισμός, αναφέρει, φαντάζει περισσότερο ως προϊόν θερμοκηπίου παρά ως αποτέλεσμα των ιστορικών και κοινωνικών διαδρομών της Κύπρου. Η αγγλική αποικιοκρατία αντιμετώπισε με καχυποψία την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Κυπρίων και προσπάθησε να εισαγάγει στη θέση της ελληνικότητας μια διαφορετική ιδεολογία, αυτή του κυπριωτισμού. Μετά την ανεξαρτησία, υποβόσκει η ιδέα σε ορισμένους κύκλους, κυρίως της αστικής τάξης, της δημιουργίας μιας εθνικής κυπριακής ταυτότητας που θα μπορούσε να υπερκεράσει τόσο την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου όσο και αυτή των Τούρκων. Η πρόωρη κρίση, ωστόσο, που ξέσπασε στα τέλη του 1963, ανέτρεψε τα σχέδια αυτά. Η επαναφορά της ενωτικής διεκδίκησης μεταξύ 1964 και 1967 εξάλειψε και τα όποια στοιχεία κυπριωτισμού υπέβοσκαν μετά την ανεξαρτησία. Προπάντων όταν η ενωτική διεκδίκηση υιοθετήθηκε ανεπιφύλακτα και από το ίδιο το ΑΚΕΛ. Άλλωστε, όσον αφορά το ΑΚΕΛ, η υιοθέτηση της γραμμής της Ενώσεως από το 1947 και μετά περιθωριοποίησε στο χώρο της Αριστεράς την όποια μορφή κυπριωτισμού.
Η νεοκυπριακή ιδεολογία έκανε έντονα την εμφάνισή της μετά την καταστροφή του 1974 καθώς η εθνική ιδέα απαξιώθηκε με το ρόλο που διαδραμάτισε η χούντα στο πραξικόπημα και την εισβολή. Η νεοκυπριακή ιδεολογία παρουσίασε ξανά μια κάποια αναλαμπή όταν εμφανίστηκε το σχέδιο Ανάν και έγινε προσπάθεια επιβολής του. Η νεοκυπριακή ελίτ, ενισχυμένη αυτή τη φορά και από όσους είχαν παρακολουθήσει τα διάφορα σεμινάρια επαναπροσέγγισης, αγγλοαμερικανικής έμπνευσης, έδωσε μάχη υπέρ του σχεδίου Ανάν. Διευρυμένη με τα νέα αυτά στοιχεία, και ενισχυμένη από Ελλαδίτες συνοδοιπόρους, θαυμαστές της νέας διατλαντικής τάξης, απoτέλεσε ένα είδος οργανικής διανόησης της μερίδας εκείνης της αστικής τάξης που ταύτισε τα συμφέροντά της με το σχέδιο Ανάν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει τη δημιουργία μιας κοινής πολιτικής ταυτότητας για όλους τους Κυπρίους στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία όμως δεν θα θέτει υπό αμφισβήτηση ούτε την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων ούτε αυτή των Τούρκων της Κύπρου. Με άλλα λόγια, η κοινή πολιτική ταυτότητα θα έχει πολιτικά χαρακτηριστικά και δεν θα είναι εθνική.
Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη προσφέρει μια συνολική, ολοκληρωμένη ανάλυση, η οποία χαρακτηρίζεται από ιστορική τεκμηρίωση και διαλεκτική προσέγγιση των γεγονότων. Αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό, κοινωνιολογικό, ιδεολογικό και πολιτικό εγχειρίδιο, που δίνει τη διαχρονική εικόνα της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση πάντα με τους εθνικούς στόχους για απελευθέρωση.
Παιδί της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης το σχέδιο Ανάν
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ προσεγγίζει το σχέδιο Ανάν και με ιδεολογικούς
όρους, όρους ταξικούς, παρουσιάζοντας μια διαφορετική διάσταση.
Επισημαίνει πως το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το σχέδιο
Ανάν είναι αυτό της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου η
πολιτιστική ταυτότητα των λαών διαγράφεται από τον οδοστρωτήρα της
ομοιομορφίας. Στην πραγματικότητα η ομοιομορφία αυτή είναι η πολιτική
ιδεολογία της νέας τάξης που διαγράφει τις εθνικές και πολιτισμικές
ταυτότητες προς όφελος της αυτοκρατορικής ιδέας. Οι μηχανισμοί που
χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του σχεδίου Ανάν και αργότερα οι
μηχανισμοί που εργάστηκαν για την επιβολή του δεν ήταν άλλοι από αυτούς
που η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού επέβαλε ή
προσπαθεί να επιβάλει σε παγκόσμια κλίμακα, παρακάμπτοντας τις
ιδιαιτερότητες των λαών και καταστρέφοντας την εθνοπολιτισμική τους
ταυτότητα για να περάσει πιο εύκολα ο οδοστρωτήρας της
παγκοσμιοποίησης.
Ξεκινώντας από τον Κόφι Ανάν, γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ένα τεχνοκράτη που επέβαλαν μέσα από τη δημοσιοϋπαλληλική ομάδα του ΟΗΕ στο ανώτατο πόστο του οργανισμού οι Αμερικανοί και φτάνοντας στον Άλβαρο Ντε Σότο, βγαλμένο επίσης μέσα από την ίδια ελίτ, διακρίνουμε τη μορφή της νέας τεχνοκρατικής δομής της παγκοσμιοποίησης. Ο Ντέϊβιντ Χάνεϊ, τυπικός εκπρόσωπος του βρετανικού διπλωματικού κατεστημένου, της παλιάς αποικιοκρατικής μητρόπολης, αλλά ταυτόχρονα και μέλος αυτής της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης ελίτ, είναι το άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα του εκπροσώπου αυτών των μηχανισμών. Δίπλα σε αυτά τα ηχηρά ονόματα εργάστηκαν και μια σειρά από άλλους τεχνοκράτες της διεθνούς αυτής ελίτ, συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι και άλλοι, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχαν και φιλοδοξίες να καταλάβουν κάποια από τα υπερεθνικά πόστα που το σχέδιο Ανάν δημιουργούσε στη νέα πολιτική οντότητα μετά την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ταυτόχρονα, το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το σχέδιο Ανάν, ενισχύθηκε σημαντικά από μια νέα κυπριακή ελίτ που προέκυψε μέσα από την αμερικανική τεχνική επίλυσης διενέξεων (conflict resolution), η οποία υιοθετούσε την ύπαρξη του υποτιθέμενου ψυχολογικού υποβάθρου σε κάθε διένεξη. Η σχολή αυτή σκέψης μεταθέτει τα πραγματικά προβλήματα και κυρίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα σ’ ένα φαντασιακό ψυχολογικό χώρο και παραβλέπει τους συσχετισμούς δυνάμεων σε τοπικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.
Όσο για το γεγονός ότι το σχέδιο Ανάν εισήγαγε μια κακή λύση με όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει αυτό για το μέλλον του τόπου, κάτι που δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής, τουλάχιστον των συνειδητοποιημένων πολιτικά υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, η απάντηση ήταν πως η κακή λύση θα μεταμορφωνόταν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν όμως βλέπει κανείς τι συμβαίνει με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Βέλγιο, αυτή η μεταμόρφωση θα παρέμενε μάλλον όνειρο απατηλό. Προπάντων που η Τουρκία αφού φρόντισε με το σχέδιο Ανάν να κατοχυρώσει τα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα, δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο.
Ξεκινώντας από τον Κόφι Ανάν, γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ένα τεχνοκράτη που επέβαλαν μέσα από τη δημοσιοϋπαλληλική ομάδα του ΟΗΕ στο ανώτατο πόστο του οργανισμού οι Αμερικανοί και φτάνοντας στον Άλβαρο Ντε Σότο, βγαλμένο επίσης μέσα από την ίδια ελίτ, διακρίνουμε τη μορφή της νέας τεχνοκρατικής δομής της παγκοσμιοποίησης. Ο Ντέϊβιντ Χάνεϊ, τυπικός εκπρόσωπος του βρετανικού διπλωματικού κατεστημένου, της παλιάς αποικιοκρατικής μητρόπολης, αλλά ταυτόχρονα και μέλος αυτής της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης ελίτ, είναι το άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα του εκπροσώπου αυτών των μηχανισμών. Δίπλα σε αυτά τα ηχηρά ονόματα εργάστηκαν και μια σειρά από άλλους τεχνοκράτες της διεθνούς αυτής ελίτ, συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι και άλλοι, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχαν και φιλοδοξίες να καταλάβουν κάποια από τα υπερεθνικά πόστα που το σχέδιο Ανάν δημιουργούσε στη νέα πολιτική οντότητα μετά την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ταυτόχρονα, το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το σχέδιο Ανάν, ενισχύθηκε σημαντικά από μια νέα κυπριακή ελίτ που προέκυψε μέσα από την αμερικανική τεχνική επίλυσης διενέξεων (conflict resolution), η οποία υιοθετούσε την ύπαρξη του υποτιθέμενου ψυχολογικού υποβάθρου σε κάθε διένεξη. Η σχολή αυτή σκέψης μεταθέτει τα πραγματικά προβλήματα και κυρίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα σ’ ένα φαντασιακό ψυχολογικό χώρο και παραβλέπει τους συσχετισμούς δυνάμεων σε τοπικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.
Όσο για το γεγονός ότι το σχέδιο Ανάν εισήγαγε μια κακή λύση με όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει αυτό για το μέλλον του τόπου, κάτι που δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής, τουλάχιστον των συνειδητοποιημένων πολιτικά υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, η απάντηση ήταν πως η κακή λύση θα μεταμορφωνόταν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν όμως βλέπει κανείς τι συμβαίνει με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Βέλγιο, αυτή η μεταμόρφωση θα παρέμενε μάλλον όνειρο απατηλό. Προπάντων που η Τουρκία αφού φρόντισε με το σχέδιο Ανάν να κατοχυρώσει τα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα, δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο.
ΚΑΙ 1963
ΖΥΡΙΧΗ, ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ
ΓΙΑ ΤΗ ΖΥΡΙΧΗ: Συμπερασματικά, ευχαριστημένη από τη Ζυρίχη ήταν κυρίως η αστική τάξη της Κύπρου, που τώρα είχε υπό τον έλεγχό της στο νησί το δικό της κράτος, που διακήρυσσε πως ήταν ανεξάρτητο, κυρίαρχο και αδέσμευτο. Στην πράξη όμως ήταν εξαρτημένο και δεσμευμένο, με πολλούς περιορισμούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ: Ιστορικά οι Τουρκοκύπριοι ήταν μια μειονότητα, υπόλειμμα κατάκτησης και εποικισμού, η οποία δεν διεκδικούσε την επανασύνδεσή της με την Τουρκία στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αλλά περισσότερο τη διατήρηση της αγγλικής κατοχής. Από πλευράς δε της επίσημης Τουρκίας δεν υπήρχε καμιά εθνική διεκδίκηση επί της Κύπρου, ουσιαστικά μέχρι τη δεκαετία του 1950. Ο συγγραφέας παραπέμπει σε μελέτη του G. S. Georghallides, ο οποίος έγραψε : «Η τουρκική μειονότητα οφείλει την ύπαρξή της στην τουρκική κατάκτηση και για τρεις αιώνες η πολιτική της ύπαρξη ήταν μια όψη της οθωμανικής διοίκησης (a facet of the ottoman rule)». Ο ίδιος αναφέρει ότι η μειονότητα αυτή αποτελείτο από διάφορα συστατικά στοιχεία : στρατιώτες που πήραν μέρος στην τουρκική κατάκτηση του 1571, εποίκους από την Ανατολία, Λατίνους που προσχώρησαν στο Ισλάμ μετά την κατάκτηση και «από ένα μεγάλο αριθμό Ελλήνων χωρικών οι οποίοι στις χειρότερες περιόδους της οθωμανικής τυραννίας, λόγω της φτώχειας και της φορολογικής καταπίεσης, εξηναγκάσθησαν να εξισλαμισθούν». Το θέμα της τουρκικής μειονότητας έχει πάρει με τις συμφωνίες ΖυρίχηςΛονδίνου το 1959 μια νέα διάσταση, με τα δυσανάλογα δικαιώματα που δόθηκαν στη μειοψηφία. Σε συνάρτηση με αυτά τα δικαιώματα τίθεται και το ερώτημα αν οι Τούρκοι της Κύπρου αποτελούν απλώς μια μειονότητα ή, όπως υποστηρίζουν Τούρκοι ιστορικοί και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες, πρόκειται για ένα «δεύτερο λαό». Ο όρος «δεύτερος λαός» δεν είναι αποδεκτός ούτε από νομικής ούτε από πολιτικής σκοπιάς, προπάντων στην περίπτωση ενός τόσο μικρού γεωγραφικού χώρου.
ΓΙΑ ΤΟ 1963: Η μόνη σημαντική επιτυχία της Λευκωσίας υπήρξε η διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του ψηφίσματος 186/1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας, κάτι που οδήγησε σε αποτυχία τα τουρκικά και αγγλοαμερικανικά σχέδια για διάλυση του κυπριακού κράτους και την επιβολή της διχοτόμησης ή τη δημιουργία ενός είδους βρετανο-ελληνοτουρκικού κοντομίνιουμ.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 08/10/2012

Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire