Πρώτη ανάγνωση του πακέτου από τρεις ακαδημαϊκούς
Της Αντωνίας Λαμπράκη
Οι Σ. Κληρίδης, Μ. Ζαχαριάδης και Ι. Βιολάρης σχολιάζουν τις κυβερνητικές αντιπροτάσεις
Σκεπτικισμό διατυπώνουν τρεις ακαδημαϊκοί επί των Οικονομικών,
ως προς την αποτελεσματικότητα των αντιπροτάσεων του κυβερνητικού
πακέτου για διάσωση
της κυπριακής οικονομίας.
Σε μια πρώτη ανάγνωση του εγγράφου, οι ακαδημαϊκοί με τους οποίους συνομιλήσαμε, διαπιστώνουν αδυναμίες και είναι επιφυλακτικοί ως προς την απόδοση της αύξησης του ΦΠΑ, προειδοποιώντας για μεγαλύτερη ύφεση. Στα αρνητικά του πακέτου καταγράφεται και η απουσία διαρθρωτικών μέτρων.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Σωφρόνης Κληρίδης, επισημαίνει ότι «οι αντιπροτάσεις της Κυβέρνησης περιορίζονται ουσιαστικά στο δημοσιονομικό σκέλος και κάποιες από αυτές αποτελούν σημαντικές παρεκκλίσεις από πάγιες θέσεις της, σε θέματα όπως το ωράριο του δημοσίου, το όριο συνταξιοδότησης, ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, η ΑΤΑ». Κατά τον ακαδημαϊκό «η κύρια διαφορά των αντιπροτάσεων ως προς τις προτάσεις της Τρόικας συνοψίζεται στο ότι οι κυβερνητικές μεταθέτουν σημαντικό μέρος του βάρους της δημοσιονομικής προσαρμογής από το κρατικό μισθολόγιο στις φορολογίες, δηλαδή από τους δημόσιους υπαλλήλους στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο».
Η κατεύθυνση αυτή, εξηγεί, δημιουργεί τα εξής τρία ζητήματα:
-το πρώτο, αφορά «την αποτελεσματικότητα των μέτρων, κατά πόσο δηλαδή θα αντληθούν τα υπολογιζόμενα φορολογικά έσοδα, δεδομένου ότι με βάση εμπειρίες άλλων χωρών και δικές μας, είναι πολύ πιθανό τα φορολογικά μέτρα να μην έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα».
-το δεύτερο, αφορά «τις επιπτώσεις των μέτρων στην οικονομική δραστηριότητα, μολονότι είναι δύσκολο να είμαστε απόλυτοι, είναι πιθανόν οι φορολογίες να αποδειχθούν πιο υφεσιακές από τις περικοπές στους μισθούς, ειδικά αν οδηγήσουν σε κλείσιμο ή φυγή επιχειρήσεων».
-το τρίτο αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, «όταν το πρόβλημα είναι οι υπερβολικά υψηλές κρατικές δαπάνες για μισθούς και συντάξεις, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να ζητείται από τον ήδη βεβαρημένο ιδιωτικό τομέα να μοιραστεί αυτό το βάρος».
Ο κ. Κληρίδης καταγράφει στα μείον του πακέτου τη μη συμπερίληψη αντιπροτάσεων στις εισηγήσεις της Τρόικας για διαρθρωτικές αλλαγές. «Δεν υπάρχει θέση για το κρίσιμο θέμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και κυρίως για την απαίτηση της Τρόικας για αύξηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 10%, όπως δεν υπάρχει θέση για σειρά εισηγήσεων που αφορούν τη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, τις δαπάνες υγείας, τον τουρισμό, τα ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, τις κοινωνικές παροχές κ.λπ.» δηλώνει ο κ. Κληρίδης.
Καταληκτικά, τονίζει ότι «για να υπογραφτεί ένα μνημόνιο χρειάζεται συμφωνία και ανάληψη δεσμεύσεων σε όλα αυτά τα θέματα, όχι μόνο στο δημοσιονομικό».
Σε μια πρώτη ανάγνωση του εγγράφου, οι ακαδημαϊκοί με τους οποίους συνομιλήσαμε, διαπιστώνουν αδυναμίες και είναι επιφυλακτικοί ως προς την απόδοση της αύξησης του ΦΠΑ, προειδοποιώντας για μεγαλύτερη ύφεση. Στα αρνητικά του πακέτου καταγράφεται και η απουσία διαρθρωτικών μέτρων.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Σωφρόνης Κληρίδης, επισημαίνει ότι «οι αντιπροτάσεις της Κυβέρνησης περιορίζονται ουσιαστικά στο δημοσιονομικό σκέλος και κάποιες από αυτές αποτελούν σημαντικές παρεκκλίσεις από πάγιες θέσεις της, σε θέματα όπως το ωράριο του δημοσίου, το όριο συνταξιοδότησης, ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, η ΑΤΑ». Κατά τον ακαδημαϊκό «η κύρια διαφορά των αντιπροτάσεων ως προς τις προτάσεις της Τρόικας συνοψίζεται στο ότι οι κυβερνητικές μεταθέτουν σημαντικό μέρος του βάρους της δημοσιονομικής προσαρμογής από το κρατικό μισθολόγιο στις φορολογίες, δηλαδή από τους δημόσιους υπαλλήλους στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο».
Η κατεύθυνση αυτή, εξηγεί, δημιουργεί τα εξής τρία ζητήματα:
-το πρώτο, αφορά «την αποτελεσματικότητα των μέτρων, κατά πόσο δηλαδή θα αντληθούν τα υπολογιζόμενα φορολογικά έσοδα, δεδομένου ότι με βάση εμπειρίες άλλων χωρών και δικές μας, είναι πολύ πιθανό τα φορολογικά μέτρα να μην έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα».
-το δεύτερο, αφορά «τις επιπτώσεις των μέτρων στην οικονομική δραστηριότητα, μολονότι είναι δύσκολο να είμαστε απόλυτοι, είναι πιθανόν οι φορολογίες να αποδειχθούν πιο υφεσιακές από τις περικοπές στους μισθούς, ειδικά αν οδηγήσουν σε κλείσιμο ή φυγή επιχειρήσεων».
-το τρίτο αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, «όταν το πρόβλημα είναι οι υπερβολικά υψηλές κρατικές δαπάνες για μισθούς και συντάξεις, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να ζητείται από τον ήδη βεβαρημένο ιδιωτικό τομέα να μοιραστεί αυτό το βάρος».
Ο κ. Κληρίδης καταγράφει στα μείον του πακέτου τη μη συμπερίληψη αντιπροτάσεων στις εισηγήσεις της Τρόικας για διαρθρωτικές αλλαγές. «Δεν υπάρχει θέση για το κρίσιμο θέμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και κυρίως για την απαίτηση της Τρόικας για αύξηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 10%, όπως δεν υπάρχει θέση για σειρά εισηγήσεων που αφορούν τη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, τις δαπάνες υγείας, τον τουρισμό, τα ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, τις κοινωνικές παροχές κ.λπ.» δηλώνει ο κ. Κληρίδης.
Καταληκτικά, τονίζει ότι «για να υπογραφτεί ένα μνημόνιο χρειάζεται συμφωνία και ανάληψη δεσμεύσεων σε όλα αυτά τα θέματα, όχι μόνο στο δημοσιονομικό».
«Ορθές οι περικοπές στο δημόσιο»
Προβληματισμό ως προς την επάρκεια κάποιων αντιπροτάσεων διατυπώνει ο
Μάριος Ζαχαριάδης, επίσης αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο
Πανεπιστήμιο Κύπρου, σημειώνοντας ότι υπάρχουν και πολύ θετικά στοιχεία
στο πακέτο.
Σε πρώτη τοποθέτηση δηλώνει ότι το πακέτο «δεν είναι λιγότερο υφεσιακό από τους όρους της Τρόικας».
Ο κ. Ζαχαριάδης σημειώνει την περίληψη «πολλών φορολογικών μέτρων και η γενική αρχή της οικονομίας λέει ότι, τέτοια μέτρα είναι πιο υφεσιακά από τις μειώσεις των δαπανών». Και εξηγεί πως «με τα φορολογικά μέτρα συνήθως υπάρχει υπερεκτίμηση του προσδοκώμενου ποσού είσπραξης, στην πορεία δεν βγαίνουν οι αριθμοί και τον επόμενο χρόνο έχοντας μια τρύπα, όπως η Ελλάδα και άλλες χώρες με παρόμοια πολιτική, το κράτος καταφεύγει σε επιπρόσθετες φορολογίες». Σε περίοδο ύφεσης, δηλώνει ο καθηγητής, συχνά οι εκτιμήσεις εσόδων από φορολογίες είναι μεγάλες και ευσεβείς.
Και αντιπροτείνει όπως «εστιάσουμε στα επιδόματα, χορηγίες, στεγαστικά σχέδια που συμποσούνται σε €1,25 δισ. πρόκειται για τεράστια δαπάνη, όταν οι μισθοί στο δημόσιο είναι €1,34 δισ. και το ποσό των χορηγιών το 2013 μειώνεται μόνο κατά 3,5% που μεταφράζεται σε εξοικονόμηση €50 εκατ. σύμφωνα με το κυβερνητικό έγγραφο».
Ο κ. Ζαχαριάδης βλέπει με θετικό φακό την αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας. «Είναι μη στρεβλωτικός φόρος και θα αποφέρει αρκετά έσοδα στο δημόσιο». Στα συν του πακέτου ο καθηγητής καταγράφει την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στο 65ο έτος της ηλικίας».
Στα θετικά του πακέτου συγκαταλέγονται και οι μειώσεις μισθών στο δημόσιο και ημιδημόσιο. «Το δημοσιονομικό πρόβλημα εκπηγάζει από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, άρα εδώ πρέπει να εστιάσουμε και δεν θα ήταν στην ορθή κατεύθυνση οι περικοπές στον ιδιωτικό τομέα, διότι θα οδηγούσε σε διόγκωση της ανεργίας», εξηγεί, προσθέτοντας πως «είναι διπλά υφεσιακό μέτρο η φορολόγηση του ιδιωτικού τομέα, αντί του δημόσιου, μολονότι και στις δύο περιπτώσεις επηρεάζεται η κατανάλωση, ωστόσο, στην περίπτωση του ιδιωτικού μειώνεται η εργασία, οι επενδύσεις και η προοπτική ανάπτυξης».
Στα πλην του πακέτου, ο κ. Ζαχαριάδης καταγράφει και την απουσία διαρθρωτικών μέτρων «πέραν του πολύ θετικού για διαφοροποίηση του ωραρίου εργασίας στο δημόσιο δεν εντοπίζω άλλο μέτρο».
Στα πλην καταγράφεται ακόμη η απουσία των ιδιωτικοποιήσεων ημικρατικών οργανισμών.
«Ανέμενα να περιληφθούν οι ιδιωτικοποιήσεις οργανισμών, κερδοφόρων και μη», δηλώνει ο κ. Ζαχαριάδης, και προς ενίσχυση της θέσης του εξηγεί ότι «το ζήτημα του κερδοφόρου ή μη δεν είναι κάτι στατικό, αυτή τη στιγμή ορισμένοι οργανισμοί έχουν κάποια κερδοφορία, αλλά μειωμένη τα τελευταία χρόνια, π.χ. η CΥΤΑ και λόγω ανταγωνισμού σταδιακά θα μειώνονται τα κέρδη, διότι έχει στο πολλαπλάσιο υψηλούς μισθούς και διευθυντικά στελέχη σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα και σε 3-5 χρόνια ενδέχεται το κράτος να μην μπορεί να πουλήσει έναν οργανισμό, που πλέον δεν θα είναι κερδοφόρος».
Συνεπώς, συμπλήρωσε, η ιδιωτικοποίηση γίνεται τώρα, που είναι κερδοφόρος ο οργανισμός, δεν περιμένεις να εξελιχθεί σε Κυπριακές Αερογραμμές.
Όσον αφορά την ΑΤΑ, ο καθηγητής εκτιμά ότι πλέον, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αυτόματη αναπροσαρμογή «αφού θα παγώνει όταν υπάρχει ύφεση και μνημόνιο, στην ουσία έχει καταργηθεί και αν την τερματίσουμε θα είναι ένα διαρθρωτικό μέτρο».
Σε πρώτη τοποθέτηση δηλώνει ότι το πακέτο «δεν είναι λιγότερο υφεσιακό από τους όρους της Τρόικας».
Ο κ. Ζαχαριάδης σημειώνει την περίληψη «πολλών φορολογικών μέτρων και η γενική αρχή της οικονομίας λέει ότι, τέτοια μέτρα είναι πιο υφεσιακά από τις μειώσεις των δαπανών». Και εξηγεί πως «με τα φορολογικά μέτρα συνήθως υπάρχει υπερεκτίμηση του προσδοκώμενου ποσού είσπραξης, στην πορεία δεν βγαίνουν οι αριθμοί και τον επόμενο χρόνο έχοντας μια τρύπα, όπως η Ελλάδα και άλλες χώρες με παρόμοια πολιτική, το κράτος καταφεύγει σε επιπρόσθετες φορολογίες». Σε περίοδο ύφεσης, δηλώνει ο καθηγητής, συχνά οι εκτιμήσεις εσόδων από φορολογίες είναι μεγάλες και ευσεβείς.
Και αντιπροτείνει όπως «εστιάσουμε στα επιδόματα, χορηγίες, στεγαστικά σχέδια που συμποσούνται σε €1,25 δισ. πρόκειται για τεράστια δαπάνη, όταν οι μισθοί στο δημόσιο είναι €1,34 δισ. και το ποσό των χορηγιών το 2013 μειώνεται μόνο κατά 3,5% που μεταφράζεται σε εξοικονόμηση €50 εκατ. σύμφωνα με το κυβερνητικό έγγραφο».
Ο κ. Ζαχαριάδης βλέπει με θετικό φακό την αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας. «Είναι μη στρεβλωτικός φόρος και θα αποφέρει αρκετά έσοδα στο δημόσιο». Στα συν του πακέτου ο καθηγητής καταγράφει την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στο 65ο έτος της ηλικίας».
Στα θετικά του πακέτου συγκαταλέγονται και οι μειώσεις μισθών στο δημόσιο και ημιδημόσιο. «Το δημοσιονομικό πρόβλημα εκπηγάζει από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, άρα εδώ πρέπει να εστιάσουμε και δεν θα ήταν στην ορθή κατεύθυνση οι περικοπές στον ιδιωτικό τομέα, διότι θα οδηγούσε σε διόγκωση της ανεργίας», εξηγεί, προσθέτοντας πως «είναι διπλά υφεσιακό μέτρο η φορολόγηση του ιδιωτικού τομέα, αντί του δημόσιου, μολονότι και στις δύο περιπτώσεις επηρεάζεται η κατανάλωση, ωστόσο, στην περίπτωση του ιδιωτικού μειώνεται η εργασία, οι επενδύσεις και η προοπτική ανάπτυξης».
Στα πλην του πακέτου, ο κ. Ζαχαριάδης καταγράφει και την απουσία διαρθρωτικών μέτρων «πέραν του πολύ θετικού για διαφοροποίηση του ωραρίου εργασίας στο δημόσιο δεν εντοπίζω άλλο μέτρο».
Στα πλην καταγράφεται ακόμη η απουσία των ιδιωτικοποιήσεων ημικρατικών οργανισμών.
«Ανέμενα να περιληφθούν οι ιδιωτικοποιήσεις οργανισμών, κερδοφόρων και μη», δηλώνει ο κ. Ζαχαριάδης, και προς ενίσχυση της θέσης του εξηγεί ότι «το ζήτημα του κερδοφόρου ή μη δεν είναι κάτι στατικό, αυτή τη στιγμή ορισμένοι οργανισμοί έχουν κάποια κερδοφορία, αλλά μειωμένη τα τελευταία χρόνια, π.χ. η CΥΤΑ και λόγω ανταγωνισμού σταδιακά θα μειώνονται τα κέρδη, διότι έχει στο πολλαπλάσιο υψηλούς μισθούς και διευθυντικά στελέχη σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα και σε 3-5 χρόνια ενδέχεται το κράτος να μην μπορεί να πουλήσει έναν οργανισμό, που πλέον δεν θα είναι κερδοφόρος».
Συνεπώς, συμπλήρωσε, η ιδιωτικοποίηση γίνεται τώρα, που είναι κερδοφόρος ο οργανισμός, δεν περιμένεις να εξελιχθεί σε Κυπριακές Αερογραμμές.
Όσον αφορά την ΑΤΑ, ο καθηγητής εκτιμά ότι πλέον, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αυτόματη αναπροσαρμογή «αφού θα παγώνει όταν υπάρχει ύφεση και μνημόνιο, στην ουσία έχει καταργηθεί και αν την τερματίσουμε θα είναι ένα διαρθρωτικό μέτρο».
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 07/10/2012
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire