Απόλυτη η σιωπή της μελαγχολικής
μου επαρχίας... Τόσο καθαρή, που μπορώ να μετρήσω τις κοφτές ανάσες της
τα απογεύματα, όταν όλα και όλοι λουφάζουν περιμένοντας να βραδιάσει.
Με μικρές επαναλαμβανόμενες αποσύρσεις που επαιτούν μεταφυσικές
βεβαιότητες. Δεν ξέρω τι ακριβώς παρακαλεί ο καθείς την ώρα που κλείνει
τα σκούρα και κλειδώνει την εξώθυρα. Δεν μπορώ να διαβάσω προσδοκίες
πίσω από τα πορτοπαράθυρα τη στιγμή της δύσης, να παρατηρώ μόνο μπορώ με
ακρίβεια το μήκος και το πλάτος μιας κίνησης γυναικείου χεριού, που
απλώνεται να τραβήξει το παντζούρι ή αντρικού, που σέρνει τη βαριά
αυλόπορτα κι ασφαλίζει το λουκέτο. Μπορώ μαζί να διακρίνω και μικρές
-επουσιώδεις- παράλληλες κινήσεις, συμπληρωματικές αυτής της
ιεροτελεστίας. Ενα γατί που την ίδια στιγμή αγκαλιάζει τη γάμπα της
γυναίκας με την ουρίτσα του ή τον ποιμενικό που χοροπηδά γύρω από τον
άνδρα. Σαν εικόνα από θλιμμένους τροπικούς, που υπαινίσσεται χιλιάδες
μικρά μυστικά, αδιάβαστα ακόμα. Αγαπημένα πλάνα, αργή κίνηση και μια
νωχέλεια εν εγρηγόρσει για όσα θα συμβούν όταν το τελετουργικό
ολοκληρωθεί, όταν ακούσω το κλειδί να γυρνά, όταν σβήσει το φως της
εξώθυρας.
Οι σιωπές δεν διαβάζονται, είναι δόγμα, το έμαθα από μικρή. Οι σιωπές είναι ταγμένες μονάχα στο απόλυτο των αναστεναγμών τους. Ιερές ή ιερόσυλες, οικοδομούν την αυτάρκεια, υπηρετούν την άφεση, καμιά φορά παραδίδονται και στη φαυλότητα. Στις μικρές δυσδιάκριτες διαφορές τους στοιχηματίζω συχνά, χωρίς να νοιάζομαι αν διαβάζω λάθος. Ενα στοίχημα χωρίς ρίσκο, ένα γοητευτικό παιχνίδι που βοηθά να ξεφύγω από το συρμό. Από κραυγές και διαβεβαιώσεις, από ανακοινωθέντα κυρίως και πρόζες απόλυτες.
Η σιωπή του απόδειπνου, λοιπόν, στους δικούς μου τροπικούς εκδίδει δικά της ανακοινωθέντα που εκφωνούνται σε μαγική γλώσσα. Φθόγγοι, σιγμοί, τριγμοί, κλαγγές, καμιά φορά και κρυφοί λυγμοί, ντροπαλοί... Αν τους βάλεις στη σειρά φτιάχνεις ωραία παραμύθια, εξομολογήσεις, τραγούδια, ακόμα και ποιήματα. Αυτή τη γλώσσα μαθαίνω τα τελευταία χρόνια, αυτήν ανακαλώ από τα σεντούκια της μνήμης... Σπουδάζω τη μνήμη, που καμιά σχέση δεν έχει με ιστορία και ηθικοδιδακτικές τεχνικές. Είναι απλά φωνές που αφηγούνται έξω απ' το χρόνο. Από την άκρη τους ξετυλίγω με προσοχή πάθη και ιδέες καταχωνιασμένες στην άβυσσο όσων προσέλαβα στη διάρκεια του βίου. Κι έτσι, στο χείλος της αβύσσου μου ανακαλύπτω το θησαυρό μιας απολύτως σιωπηλής και μαζί ευφρόσυνης αφήγησης...
Εχω τη βεβαιότητα ότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο πάσχει κάθε γυναίκα που κλείνει τα σκούρα, κάθε άνδρας που βάζει λουκέτο στην εξώθυρα λίγο πριν σκοτεινιάσει. Σ' όλες τις εποχές, σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, σ' Ανατολή και Δύση. Με μικρές διαφορές κατά τόπους, όπου η γεωγραφία επιβάλλει τρυφερά δική της, ιδιαίτερη διάλεκτο.
Αυτός ο κοινός τόπος είναι μια διαρκής, απαράγραπτης αξίας, συλλογικότητα. Είναι ο χώρος μιας μοναδικής κοινωνικής δικτύωσης, είναι περιουσία, τιμαλφή, θησαυρός. Δεν εξαγοράζεται, δεν μερισματοποιείται, δεν έχει τίτλους ιδιοκτησίας... δεν πωλείται! Αναζητώ την αξιοποίησή του καθώς μεγαλώνω. Μου λείπει, όμως, το πολυμήχανον... Μόνο να τον περιγράφω καταφέρνω και ύστερα να παρασύρομαι από τη μαγεία του. Γι' αυτό μένω αδρανής όσο πιο πολύ βυθίζομαι στη γλώσσα του, όσο χορταίνω από την παραμυθία του. Μοιρασμένη ανάμεσα στη μεταφυσική του και στο ρεαλισμό του παρόντος. Δικτυωμένη με οθόνες, υπολογιστές και τα συναφή του εξαρτημένου βίου.
Δικτυωμένη με τον καιρό και τις συνθήκες του... Για την ακρίβεια, με την απόλυτα οργισμένη βροχή που ήρθε από το Νότο, από την Αφρικα-Αφρικα, τις τελευταίες μέρες της εβδομάδας που πέρασε. Νερό που μαστίγωνε με πρωτοφανή μανία το μικροπολιτισμό και τη γεωγραφία μου, γεμάτο άμμο Σαχάρας. Η άμμος ανακατεύτηκε και με τα δικά μας χώματα, και η βροχή ξεσήκωσε με τη δύναμή της το χαρμάνι. Εβλεπα τα μικρά καφετιά σταγονίδια από τα κοντινά χωράφια να χοροπηδούν και ύστερα να στροβιλίζονται από το νοτιά μέχρι τον κήπο, τα αειθαλή και τα φυλλοβόλα μου, τους τοίχους, την περίφραξη. Λάσπη παντού...
Ενα «σμίξιμο» που όταν επικάθεται πάνω στη γη την κάνει γονιμότερη, σύμφωνα με τους γεωπόνους... Ενα μπόλι θυμωμένο, αλλά ευεργετικό, σαν αληθινή παραμυθία... Μέχρι το Μάρτη θα έχει στεγνώσει, θα είναι έτοιμο για σπόρους και καλλιέργειες. Οι τόποι μου εκείνο τον καιρό θα έχουν πιο πολύ φως, λιγότερη μελαγχολία, λιγότερα νερά... Θα παραμείνουν όμως θλιμμένοι, γιατί μόνο έτσι μπορούν να σιωπούν. Στη σιωπή τους θα προστεθούν απλά νέοι φθόγγοι... Τιτιβίσματα αποδημητικών και αρωματικοί ήχοι από τη χλωρίδα που θα αρχίσει να ανθίζει... Κι έτσι θα μπορώ να συνεχίζω τα μαθήματα γλώσσας...
(*) Τίτλος αυτοβιογραφικού βιβλίου του Κλοντ Λεβί-Στρος («Tristes Tropiques», 1955)
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire