Χρυστάλλα Χατζηδημητρίου
Τα πρωινά
καθόμασταν σε μια καφετερία έξω από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και
βλέπαμε τους ανθρώπους να τρέχουν βιαστικοί και νυσταγμένοι μέσα στη βροχή για
να πάνε στη δουλειά τους. Και την Παρασκευή, νωρίς το βράδυ, τους βλέπαμε να
φοράνε ότι πιο παρδαλό μπορεί να φανταστεί κάποιος και να συρρέουν στις
μπυραρίες για να διασκεδάσουν τραγουδώντας καραόκε και πίνοντας μπύρες μέχρι
αναισθησίας. Και τα πρωινά, οι περαστικοί να πηδάμε πάνω από τα πειστήρια της
βραδινής κραιπάλης.
Στο εστιατόριο, ο Ισπανός σερβιτόρος νοσταλγεί το φως της χώρας του κι ο Ελλαδίτης τις γεύσεις της δικής του. Για πρώτη φορά σε ταξίδι σκέφτομαι και ‘γω τη δική μου χώρα συγκριτικά και την σκέφτομαι με θυμό, με θλίψη. Σκέφτομαι αυτά που είχαμε και τα καταστρέψαμε για να μπούμε σε ένα σκοτεινό τούνελ που δεν ξέρουμε που θα μας βγάλει.
Τυχαία, εδώ και εκεί, συναντάμε Ελλαδίτες. Ο ένας διδάσκει οικονομικά στο πανεπιστήμιο της πόλης, η άλλη είναι στο τμήμα ανθρωπιστικών σπουδών, ο άλλος έχει να κάνει με τη διοίκηση μουσείων… Όλοι νέοι, κάποιοι οικογενειάρχες που φεύγουν με τα παιδιά τους. Υγιή κύτταρα που αποκόπτονται από τη δική τους κοινωνία κι ενσωματώνονται σε μια άλλη. Πριν δεκαετίες, οι γονείς τους, οι παππούδες τους, στελέχωσαν τις φάμπρικες της Γερμανίας, σήμερα στελεχώνουν οι ίδιοι τα πανεπιστήμια της Ευρώπης κι η Ελλάδα αποψιλώνεται έχοντας πια σε πρώτο πλάνο ένα τσούρμο παρανοϊκούς που καταφέρνουν να βρίσκουν οπαδούς.
Λίγες μέρες πριν ευχόμουνα ο γιος μου να καταφέρει να μην νοσταλγήσει ποτέ ούτε το φως, ούτε τις γεύσεις, να μην πιαστεί από την έννοια πατρίδα και να μην επιστρέψει ποτέ σε ένα τόπο τόσο αυτοκαταστροφικό, όπου η ιστορία επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια. Όπου οι ηγέτες του τόπου ήτανε πάντα τόσο κατώτεροι των περιστάσεων. Κι έπειτα… Έπειτα σε πιάνει αυτό που είπε ο Ελύτης. «Ότι κινδυνεύει ζητάς να το διασώσεις. Εκεί που κινδυνεύεις να χάσεις αυτά που αγαπάς, δυναμώνεις και θες να τους δώσεις την χροιά του ακατάλυτου και του αιώνιου». Από την άλλη, μπορεί να υποφέρουμε πια από το αίσθημα του μετανάστη στον ίδιο μας τον τόπο. Να νοσταλγούμε αυτά που είχαμε, αλλά όπως κι ο μετανάστης που όλο λέει να επιστρέψει κι όλο και πιο πολύ το ενδεχόμενο απομακρύνεται, έτσι και εμείς να καταλήξουμε να ζούμε με ψευδαισθήσεις. Για αυτό δεν ξέρεις πια τι να ευχηθείς για το παιδί σου, για τη νέα γενιά.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 01/10/2013
Aucun commentaire:
Enregistrer un commentaire